Το αδίκημα της βίας στην οικογένεια.

Η βία στην οικογένεια αποτελεί ένα άκρως σοβαρό αδίκημα το οποίο είναι καταδικαστέο σε κάθε ευνομούμενη πολιτεία, διότι κάθε πολίτης έχει θεμελιωμένο συνταγματικό και ανθρώπινο δικαίωμα στην σωματική ακεραιότητα (άρθρο 7 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας), στην ελευθερία και ασφάλεια (άρθρο 11 του Συντάγματος), στην ελεύθερη έκφραση  (άρθρο 18 και 19 του Συντάγματος) καθώς και στην ίση μεταχείριση και στον σεβασμό (άρθρο 8 του Συντάγματος).


Στην Κύπρο, το θέμα της βίας στην οικογένεια διέπεται απο ειδική νομοθεσία, ήτοι  τον  περί Βίας στην Οικογένεια (Πρόληψη και Προστασία Θυμάτων) Νόμο του 2000 (119(I)/2000), ώς έχει τροποποιηθεί (στο εφεξής ο «Νόμος») και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης ή/και χρηματική ποινή.


Σύμφωνα με το άρθρο 3.1 του Νόμου, ενδοοικογενειακή βία περιλαμβάνει οποιαδήποτε πράξη, παράλειψη ή συμπεριφορά με την οποία προκαλείται σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη (βλέπετε για παράδειγμα Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΠΑΝΑΓΗ, Αρ. Υπόθεσης:13360/20, 2/2/2021 ) σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας από άλλο μέλος της οικογένειας και περιλαμβάνει και τη βία που ασκείται με σκοπό την επίτευξη σεξουαλικής επαφής χωρίς τη συγκατάθεση του θύματος, καθώς επίσης και τον περιορισμό της ελευθερίας του θύματος.

Ο όρος μέλος της οικογένειας είναι ευρύς και περιλαμβάνει τα ακόλουθα, σύμφωνα με το ερμηνευτικό άρθρο 2 του Νόμου:

(α) άντρα και γυναίκα που— (i) έχουν συνάψει νόμιμο γάμο ανεξάρτητα αν ο γάμος υφίσταται ή όχι, ή (ii) συζούν ή συζούσαν ως αντρόγυνο· (β) γονείς των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α)· (γ) τέκνα των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α) ανεξάρτητα αν αυτά είναι φυσικά ή υιοθετημένα τέκνα του ενός ή και των δύο εν λόγω προσώπων καθώς και τα εγγόνια των προσώπων που αναφέρονται στην παράγραφο (α)· (δ) κάθε πρόσωπο το οποίο διαμένει με οποιοδήποτε από τα πιο πάνω πρόσωπα”.

Όπως προκύπτει απο τα πιο πάνω, μέλος της οικογένειας περιλαμβάνει τόσο παντρεμένα όσο και διαζευγμένα και ανύπαντρα ζευγάρια (βλέπετε Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΠΑΝΑΓΗ, Αρ. Υπόθεσης:13360/20, 2/2/2021 ) που συζούν ή που συζούσαν πρίν το αδίκημα ως αντρόγυνο, καθώς και φυσικά αλλά και υιοθετημένα παιδιά του ενός ή και των δύο εν λόγω προσώπων και οποιονδήποτε διαμένει με κάποιο απο τα πρόσωπα (π.χ γονείς, παππούδες, γιαγίαδες κ.α).

Για παράδειγμα, στην υπόθεση Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΠΑΝΑΓΗ, Αρ. Υπόθεσης:13360/20, 2/2/2021 η κατηγορία αφορούσε την άσκηση βίας με αποτέλεσμα την άσκηση ψυχολογικής βλάβης στην πρώην συμβία του Κατηγορούμενου.


Όπως διαφαίνεται απο τις πρόνοιες του άρθρου 3.1 του Νόμου ο ορισμός της βίας στην οικογένεια δέν περιορίζεται μόνο στην σωματική και σεξουαλική βία αλλά και στην άσκηση ψυχικής βλάβης σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας απο άλλο μέλος αυτής καθώς και τον περιορισμό της ελευθερίας του.  Επίσης η ενδοοικογενιακή βία δέν περιορίζεται μόνο σε πράξεις αλλά δύναται να περιλαμβάνει και παραλείψεις (π.χ σοβαρά παραμελημένα παιδιά-neglected children).

Στην υπόθεση Αστυνομικός Διευθυντής Λεμεσού ν. ΠΑΝΑΓΗ, Αρ. Υπόθεσης:13360/20, 2/2/2021 η ιβία που ασκήθηκε απο τον Κατηγορούμενο σύμφωνα με την Κατηγορούσα Αρχή ήταν με την μορφή επανηλειμμένης παρακολούθησης και ενόχλησης στην πρώην συμβία του (π.χ τηλεφωνήματα απο άγνωστους αριθμούς, παρακολούθηση με το αυτοκίνητο).


Σύμφωνα με το άρθρο 3.2 του Νόμου, ο όρος βία  στην οικογένεια περιλαμβάνει επιπρόσθετα των πιο πάνω και τα κατώθι αδικήματα τα οποία περιλαμβάνονται στο άρθρο 4.2 του Νόμου και θεωρούνται ώς άκρως σοβαρές μορφές βίας:
Α. Άσεμνη επίθεση εναντίον γυναίκας
Β. Άσεμνη επίθεση εναντίον άντρα
Γ. Διαφθορά νεαρής κάτω των 13 ετών και απόπειρα τέτοιας διαφθοράς
Δ. Διαφθορά νεαρής γυναίκας ηλικίας δεκατριών χρόνων μέχρι δεκαέξι
Ε. Διαφθορά γυναίκας με νοητική ή/και
ψυχική αναπηρία.
Στ. Συνουσία μεταξύ αρρένων
Ζ. Συνουσία δια βίας
Η. Απόπειρες
Θ. Βαριά σωματική βλάβη
Ι. Τραυματισμός και ανάλογες πράξεις.


Περαιτέρω, η βία στη οικογένεια περιλαμβάνει το αδίκημα του βιασμου καθώς και της απόπειρας βιασμού σύμφωνα με τα άρθρα 4.2 και 5 του Νόμου καθώς και τα άρθρα 144 (βιασμός) και 146 (απόπειρα βιασμού) του Ποινικού Κώδικα, απο σύζυγο εναντίον συζύγου (ακόμη και εάν ο δράστης και το θύμα δεν ήταν συζευγμένοι, π.χ ανύπαντρο ζευγάρι).


Σημειώνεται ότι οποιαδήποτε πράξη ή συμπεριφορά συνιστά βία στην οικογένεια σύμφωνα με τα πιο πάνω (ήτοι τα άρθρα 3.1 και 3.2 του Νόμου) ή αδίκημα, με βάση τα άρθρα 174 (Συνουσία με νεαρό άντρα ηλικίας κάτω των δεκατριών χρόνων), 175 (Κτηνοβασία) και 177 (Ανήθικες προβολές) του Ποινικού Κώδικα όταν διαπράττεται στην παρουσία ανήλικου μέλους της οικογένειας, θεωρείται βία η οποία ασκείται εναντίον του εν λόγω ανηλίκου εφόσον δύναται να προκαλέσει σ’ αυτό ψυχική βλάβη (βλέπετε Walsh v. Walsh, 221 F.3d 204, 219-20 (1st Cir. 2000), Baran v. Beaty, 526 F.3d 1340, 1345-46 (11th Cir.2008), Sabogal v. Velarde, 106 F. Supp. 3d 689, 704 (D. Md. 2015))

Aν για παράδειγμα σύζυγος κτυπήσει την σύζυγο του μπροστά στο ανήλικο παιδί τους, τότε πέραν της βίας προς την μητέρα, ο σύζυγος ασκεί βία και στο παιδί διότι το θέαμα αυτό δύναται να του προκαλέσει ψυχική βλάβη.


Σύμφωνα με το άρθρο 3. 4 του Νόμου πρόσωπο που ασκεί βία στην οικογένεια θα τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι και πέντε έτη ή με χρηματική ποινή ή/και τα δύο. Σημειώνεται όμως, ότι σε περίπτωση που η βία που ασκήθηκε είναι με μορφή κοινής επίθεσης (δηλαδή πρόκληση φόβου στο θύμα για επικείμενη άμεση άσκηση βίας εναντίον του με λόγια ή με πράξεις που γίνεται εκ προθέσεως ή απερίσκεπτα-recklessly, βλέπετε άρθρο 242 του Ποινικού Κώδικα και Ireland Burstow (1997) 4 ALL ER 225 ) η μέγιστη ποινή φυλάκισης είναι δύο έτη. Επίσης σημειώνεται ότι για τα αδικήματα που περιλαμβάνονται στο άρθρο 4.2 του Νόμου (βλέπετε πιο πάνω), το Δικαστηριο δύναται να επιβάλει αυστηρότερες ποινές.


Είναι πολύ σημαντικό να αναφέρουμε ότι το άρθρο 35 Α του Νόμου προνοεί ότι άτομα τα οποία γνωρίζουν για την διάπραξη βίας σε βάρος ανήλικου προσώπου η ατόμου με σοβαρές διανοητικές η ψυχικές ανεπάρκειες οφείλουν να προβούν σε καταγγελία.

Συγκεκριμένα το άρθρο 35 Α του Νόμου προνοεί τα ακόλουθα:
«Οποιοσδήποτε παραλείπει να καταγγείλει περίπτωση βίας σε βάρος ανήλικου προσώπου ή προσώπου με σοβαρές διανοητικές ή ψυχικές ανεπάρκειες, που περιέρχεται σε γνώση του, διαπράττει αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης υπόκειται σε φυλάκιση μέχρι δύο έτη ή σε χρηματική ποινή μέχρι χίλιες λίρες ήκαι στις δύο αυτές ποινές» ( η έμφαση είναι δική μου).


Στην υπόθεση Ιωάννης Μιχελάκης ν. Ραμόνα Μιχελάκη, Αρ.Υπόθ. 8480/16, 14/9/2016, λέχθηκαν μεταξύ άλλων τα εξής:
«ο πραγματικός σκοπός του αρ.35Α είναι να καταγγέλλονται τα σχετικά περιστατικά ούτως ώστε να μπορούν να διερευνηθούν από τις αρμόδιες αρχές».


Άτομο το οποίο έχει υποστεί βία στην οικογένεια σύμφωνα με τα πιο πάνω θα πρέπει να προβεί εντός εύλογου χρόνου σε καταγγελία στον πλησιέστερο σε αυτόν αστυνομικό σταθμό της Κύπρου, ουτως ώστε η αστυνομία να δύναται να δράσει άμεσα και να είναι ευκολότερη η διερεύνηση του αδικήματος.

Σύμφωνα με το άρθρο 15 του Νόμου, το Δικαστήριο δύναται, έπειτα από αίτηση της αστυνομίας, να εκδώσει διάταγμα για τη σύλληψη οποιουδήποτε προσώπου το οποίο καταγγέλλεται για οποιαδήποτε πράξη βίας με βάση το Νόμο αυτό.

Πρόσωπο το οποίο συλλαμβάνεται προσάγεται ενώπιον του Δικαστηρίου μέσα σε είκοσι τέσσερις ώρες από τη σύλληψή του, για να κατηγορηθεί για το αδίκημα βίας ή για να εκδοθεί διάταγμα προσωποκράτησής του δυνάμει του άρθρου 24 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου.

Οι ανακρίσεις διεξάγονται και η υπόθεση εκδικάζεται χωρίς καθυστέρηση.

Μέχρις ότου εκδικαστεί η υπόθεση, το Δικαστήριο δύναται είτε να διατάξει την κράτηση του κατηγορούμενου είτε να επιτρέψει την απόλυσή του, αφού αυτός δώσει ικανοποιητική εγγύηση ότι θα εμφανιστεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ημερομηνία της ακρόασης της υπόθεσης και ότι θα τηρήσει τους όρους που το Δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να επιβάλει για την προστασία των μελών της οικογένειας, περιλαμβανομένου και του όρου να μην επισκέπτεται ή να μην παρενοχλεί με οποιοδήποτε τρόπο μέλος της οικογένειάς του.

Σύμφωνα με το άρθρο 16 του Νόμου, το Δικαστήριο δύναται να κρίνει ένοχο τον κατηγορούμενο με μόνη την κατάθεση του θύματος εφόσον δεν ήταν δυνατόν υπό τις περιστάσεις να εξασφαλιστεί ενισχυτική μαρτυρία.

Επειδή κάθε περίπτωση είναι διαφορετική, οι Αστυνομικοί προτού αναλάβουν δράση οφειλουν να συζητήσουν το θέμα μαζί με τον παραπονούμενο/η και στην συνέχεια να προβούν σε σχετική έρευνα.

Σύμφωνα με το άρθρο 21 του Νόμου, το Δικαστήριο δύναται, έπειτα από αίτηση (που συνοδεύεται απο ένορκη δήλωση του θύματος ή εάν αυτό είναι ανήλικο, άλλο πρόσωπο που έχει άμεση ή έμμεση γνώση των γεγονότων) μέλους της οικογένειας ή της αστυνομίας ή του κατηγόρου ή του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας ή του Οικογενειακού Συμβούλου ή άλλου προσώπου που ενεργεί για λογαριασμό οποιουδήποτε απ’ αυτούς, να εκδώσει προσωρινό διάταγμα αποκλεισμού του υπόπτου ή απομάκρυνσης ανήλικου θύματος, μέχρις ότου καταχωρισθεί και εκδικαστεί ποινική υπόθεση εναντίον του κατηγορούμενου για ποινικό αδίκημα βίας (αυτό μπορεί να γίνει δηλαδή ακόμη και πρίν την καταχώρηση της ποινικής υπόθεσης απο την Κατηγορούσα Αρχή).

Το προσωρινό διάταγμα ισχύει για περίοδο μέχρι οκτώ ημερών από την ημέρα επίδοσής του στον ύποπτο και είναι επιστρεπτέο στο Δικαστήριο εντός της περιόδου αυτής σε ώρα και ημέρα που θα ορίσει ο Πρωτοκολλητής.

 Κατά την ορισμένη από τον Πρωτοκολλητή ημέρα και ώρα το Δικαστήριο ακούει τον ύποπτο ή και κάθε επηρεαζόμενο ή ενδιαφερόμενο πρόσωπο που θα παρουσιασθεί και αποφασίζει εάν θα τερματίσει την ισχύ του διατάγματος ή εάν θα το παρατείνει μέχρι οκτώ επιπρόσθετες ημέρες.

Το Δικαστήριο δύναται να παρατείνει περαιτέρω την ισχύ διατάγματος μέχρι και οκτώ ημέρες σε κάθε περίπτωση, χωρίς όμως η συνολική ισχύς του διατάγματος να υπερβαίνει τις είκοσι τέσσερις ημέρες πριν από την καταχώριση ποινικής δίωξης εναντίον υπόπτου.

Το Δικαστήριο δύναται μετά την καταχώριση ποινικής δίωξης εναντίον υπόπτου να εκδώσει ή παρατείνει διάταγμα αποκλεισμού ή απομάκρυνσης ανηλίκου θύματος με ισχύ μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης.

Σύμφωνα με το άρθρο 23 του Νόμου:

“23.—(1) Το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει εναντίον προσώπου που κατηγορείται για διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος βίας, με βάση τον παρόντα Νόμο, διάταγμα, το οποίο θα ισχύει για την περίοδο και με τους όρους που δυνατό να θέσει και με το οποίο να απαγορεύει σε αυτό να εισέρχεται ή να παραμένει στην οικογενειακή κατοικία. Το διάταγμα αυτό καλείται “διάταγμα αποκλεισμού”. (2) Για την έκδοση του διατάγματος αποκλεισμού απαιτείται— (α) Να αποδειχθεί προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου ότι ο κατηγορούμενος έχει ιστορικό επανειλημμένων πράξεων βίας εναντίον μελών της οικογένειάς του ή ότι είχε δύο καταδίκες τα τελευταία δύο χρόνια για παρόμοια αδικήματα- ή (β) η βία που ασκήθηκε να έχει προκαλέσει τέτοια πραγματική σωματική, σεξουαλική ή ψυχική βλάβη, που να θέτει σε κίνδυνο τη ζωή, τη σωματική ακεραιότητα ή τη σεξουαλική ή ψυχική υγεία των θυμάτων ή (γ) να αρνείται ο κατηγορούμενος να υποβληθεί σε θεραπευτική αγωγή αυτοελέγχου που επιβάλλεται ως όρος για σκοπούς εφαρμογής του άρθρου 33 του Ποινικού Κώδικα ή άλλως πως. (3) Το Δικαστήριο στο διάταγμα αποκλεισμού που εκδίδει ορίζει ημερομηνία πριν από την εκπνοή της περιόδου αποκλεισμού κατά την οποία εξετάζει το ενδεχόμενο παράτασης ή διαφοροποίησης του διατάγματος αυτού. Κατά την πιο πάνω εξέταση, το Δικαστήριο ακούει τις απόψεις του κατηγορούμενου του παραπονούμενου ή της παραπονούμενης και οποιουδήποτε άλλου προσώπου επηρεάζεται από την έκδοση του διατάγματος, εκτός όπου αυτοί είναι ανήλικοι και δεν κρίνεται σκόπιμο να καταθέσουν εναντίον του κατηγορούμενου, καθώς και τις απόψεις των αρμόδιων υπηρεσιών. (4) Ο κατηγορούμενος δύναται να ζητήσει αναθεώρηση ή ακύρωση του διατάγματος πριν από τη λήξη της καθοριζόμενης σε αυτό περιόδου.(5) Διατάγματα αποκλεισμού επιβάλλονται και αντί οποιασδήποτε άλλης ποινής τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (6) του παρόντος άρθρου ή μαζί με άλλες ποινές τις οποίες το Δικαστήριο έχει εξουσία να επιβάλει δυνάμει οποιουδήποτε άλλου νόμου. (6) Το Δικαστήριο δεν εκδίδει διάταγμα αποκλεισμού στις περιπτώσεις όπου επιβάλλει ταυτόχρονα και ποινή φυλάκισης για οποιαδήποτε περίοδο μεγαλύτερη των έξι μηνών. Στις περιπτώσεις όπου επιβάλλεται ποινή φυλάκισης μικρότερη των έξι μηνών, διάταγμα αποκλεισμού δύναται να εκδοθεί ταυτόχρονα με την ποινή της φυλάκισης αλλά η ισχύς θα αρχίζει μετά την αποφυλάκιση του κατηγορούμενου. (7) Πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα αποκλεισμού και ενώ το εν λόγω διάταγμα βρίσκεται σε ισχύ παραβαίνει οποιοδήποτε από τους όρους που περιλαμβάνονται σ’ αυτό διαπράττει αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση μέχρι δύο έτη. Οι διατάξεις του άρθρου 15 του παρόντος Νόμου για ταχεία εκδίκαση υποθέσεων βίας εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις διάπραξης αδικημάτων κατά παράβαση των διατάξεων του εδαφίου αυτού”.

Τα πιο πάνω είναι καθαρά πληροφοριακού χαρακτήρα και δέν αποτελούν σε καμία περίπτωση νομική συμβουλή.

Σε περίπτωση που εσείς ή κάποιος γνωστός σας αντιμετωπίζει βία στην οικογένεια παροτρύνεστε όπως άμεσα απευθυνθείτε στις αρμόδιες αρχες.

One thought on “Το αδίκημα της βίας στην οικογένεια.

Leave a Reply

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out /  Change )

Google photo

You are commenting using your Google account. Log Out /  Change )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out /  Change )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out /  Change )

Connecting to %s

%d bloggers like this: