Το Αδίκημα της Πλαστογραφίας.

Το ποινικό αδίκημα της πλαστογραφίας προκύπτει απο τα άρθρα 331, 333, 334 και 336 του  Κυπριακού Ποινικού Κώδικα Κεφ. 154, ως έχει τροποποιηθεί (στο εφεξής ο «Νόμος»).

Σύμφωνα με το άρθρο 331 του Νόμου, πλαστογραφία συνίσταται στον  καταρτισμό πλαστού έγγραφου με σκοπό καταδολίευσης.

Όπως προκύπτει από τον πιο πάνω ορισμό, η πλαστογραφία δέν είναι ένα αδίκημα αυστηρής ευθύνης («strict liability offence», δηλαδή όπου η τέλεση της πράξης απο μόνη της συνιστά το αδίκημα) αλλά απαιτείται πέραν απο την τέλεση της πράξης (actus reus) και η ταυτόχρονη ύπαρξη πρόθεσης καταδολίευσης (που αποτελεί το mens rea του αδικήματος). [1]

  1. Κατάρτιση Πλαστού Εγγράφου.

Κατά γενικό κανόνα, πλαστό έγγραφο καταρτίζεται όταν αυτό δέν αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα (π.χ το έγγραφο δέν υπογράφηκε απο την Χ.Ψ αλλά φαίνεται να είναι υπογραμμένο απο αυτήν ή όπου το έγγραφο που υπέγραψε η Χ.Ψ είναι πολύ διαφορετικό απο αυτό που παρουσιάζεται οτι υπέγραψε επειδή για παράδειγμα έχει αλλοιωθεί στην συνέχεια). [2]

Πλαστό έγγραφο καταρτίζεται και όταν το έγγραφο αλλοιώνεται χωρίς εξουσία, σε περίπτωση όπου εάν η αλλοίωση είχε εξουσιοδοτηθεί  αυτό θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου (π.χ ένα απο τα συμβαλλόμενα μέρη αλλάζει το ποσό της τιμής χωρίς να ενημερώσει το άλλο ή σβήνει κάποια ρήτρα και όχι μια ασήμαντη αλλαγή που δέν μεταβάλλει τις συνέπειες του εγγράφου).

Περαιτέρω, συντελείται κατάρτηση πλαστού εγγράφου όταν πρόσωπο εισάγει κάτι σε αυτό χωρίς εξουσία, το οποίο, αν εισαγόταν κατόπιν εξουσίας θα μετέβαλλε τις συνέπειες του εγγράφου (π.χ προσθέτω μία ρήτρα σε ήδη υπογεγραμμένο έγγραφο η οποία μεταβάλλει τις συνέπειες του εγγράφου, όπως μία ποινική ρήτρα ή ένα επιπρόσθετο ποσό).

Πέραν των πιο πάνω, όπως όλοι μας γνωρίζουμε αποτελεί πλαστογραφία η υπογραφή εγγράφου με όνομα άλλου προσώπου χωρίς την εξουσιοδότηση του, ανεξάρτητα αν το όνομα αυτό είναι το ίδιο με εκείνο που υπογράφει αυτός ή όχι.

Όπως προκύπτει απο τα πιο πάνω, εάν πρόσωπο μου ζητήσει ή/και με εξουσιοδοτήσει να υπογράψω εκ μέρους του ένα έγγραφο, τότε αυτό δέν αποτελεί πλαστογραφία.

Τονίζεται ότι είναι επίσης πλαστογραφία η υπογραφή εγγράφου με το όνομα ανύπαρκτου ή/και φανταστικού προσώπου που προβάλλεται ότι υπάρχει.

Περαιτέρω, διαπράττει πλαστογραφία όποιος υπογράφει έγγραφο με όνομα παριστάμενου (μάρτυρα) ότι ανήκει σε πρόσωπο διαφορετικό από εκείνο που υπογράφει και που σκοπεύεται να θεωρηθεί ότι είναι το όνομα του εν λόγω προσώπου.

Τέλος, αποτελεί επίσης πλαστογραφία η υπογραφή εγγράφου με όνομα προσώπου το οποίο πλαστοπροσωπείται απο αυτόν που υπογράφει στην πραγματικότητα, νοουμένου ότι οι συνέπειες του εγγράφου εξαρτώνται από την ταύτιση εκείνου του προσώπου που υπογράφει το έγγραφο με το πρόσωπο το οποίο αυτός ισχυρίζεται ότι είναι (π.χ παριστάνω τον Κώστα Χ.  και υπογράφω την διαθήκη του Κωστα Χ με αποτέλεσμα στην συνέχεια να επηρεαστούν οι κληρονόμοι).

Αφού έχουμε εξετάσει τους τρόπους ή/και τις μορφές διάπραξης της πράξης του αδικήματος, στην συνέχεια θα εξετάσουμε το επόμενο συστατικό στοιχείο του αδικήματος, που είναι η πρόθεση καταδολίευσης.

Πρόθεση Καταδολίευσης.

Σύμφωνα με το άρθρο 334 του Νόμου, πρόθεση καταδολίευσης τεκμαίρεται, αν φαίνεται ότι κατά το χρόνο που καταρτίστηκε το πλαστό έγγραφο υπήρχε συγκεκριμένο πρόσωπο, εξακριβωμένο ή όχι, που δύναται να καταδολιευθεί με το έγγραφο, και το τεκμήριο αυτό δεν ανατρέπεται με την απόδειξη ότι ο υπαίτιος έλαβε ή προετίθετο να λάβει μέτρα για να αποτρέψει την καταδολίευση στην πράξη τέτοιου προσώπου ή για το γεγονός ότι ο υπαίτιος είχε ή νόμιζε ότι είχε δικαίωμα στο πράγμα που θα αποκτώταν με το πλαστό έγγραφο.

 Όπως έχει ερμηνεύσει το θέμα ο Δικαστής Denning στην υπόθεση Weltham v. D.P.P. (1960) 1 All E.R. 805

          “Put shortly “with intent to defraud” means “with intent to practice a fraud” on someone or other.  It need not be anyone in particular.  Someone in general will suffice.  If anyone may be prejudiced in any way by the fraud, that is enough.”

Σε περίπτωση όπου δέν υπάρχει αρκετή μαρτυρία για την απόδειξη πρόθεσης καταδολίευσης, τότε η εξακρίβωση της συγκεκριμένης πρόθεσης του κατηγορουμένου μπορεί να είναι το αποτέλεσμα της αξιολόγησης  όλων των περιστατικών που σχετίζονται με την πράξη αυτή ή/και την συμπεριφορά του. 

Τα γεγονότα στο σύνολό τους πρέπει να αποκλείουν οποιαδήποτε άλλη δυνατότητα γιατί η ύπαρξη μιας άλλης δυνατότητας (σταγόνα αμφιβολίας) που συνάδει με αθωότητα πρέπει να οδηγήσει στην απαλλαγή του κατηγορουμένου (Στις ποινικές υποθέσεις ισχύει το τεκμήριο της αθωότητας και ο Κατηγορούμενος τεκμαίρεται αθώος μέχρις αποδείξεως της ενοχής του πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας).

Το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου.

Η κυκλοφορία πλαστού εγγράφου αποτελεί επίσης αδίκημα, σύμφωνα με το άρθρο 339 του Νόμου, το οποίο προνοεί τα εξής:

“Όστις εν γνώσει και δολίως θέτει εις κυκλοφορίαν πλαστόν έγγραφον είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του αυτού είδους και υπόκειται εις την αυτήν ποινήν, ως εάν είχε πλαστογραφήσει το περί ου ο λόγος πράγμα.”

Όπως προκύπτει απο τον ορισμό, για τη στοιχειοθέτηση μιας κατηγορίας κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου η Κατηγορούσα Αρχή πρέπει να αποδείξει ότι:

(i)   το έγγραφο είναι πλαστό,

(ii)   ο κατηγορούμενος γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό,

(iii)   ο κατηγορούμενος θέτει το έγγραφο σε κυκλοφορία, και

(iv)    ο κατηγορούμενος ενεργεί δολίως.

Σημειώνεται ότι δεν υπάρχει συγκεκριμένη ερμηνεία της φράσης “θέτει εις κυκλοφορία” αλλά συμπεριλαμβεται  η χρήση, προσφορά, δημοσίευση όπως επίσης και παράδοση του εγγράφου. 

 (Βλ. υπόθεση R. v. Gambling (1974) 2 All E.R. 479).

Επίσης, ο κατηγορούμενος πρέπει να γνωρίζει ότι το έγγραφο είναι πλαστό.  Η γνώση μπορεί να είναι άμεση (όταν βλέπει την πλαστογράφηση του εγγράφου) ή/και  έμμεση (όταν μπορεί να γνωρίζει ότι το έγγραφο έχει πλαστογραφηθεί έχοντας υπόψη τα ιδιαίτερα περιστατικά της υπόθεσης).

Παραδείγματα υποθέσεων πλαστογραφίας.

Στην υπόθεση R. v. Harris (1833) 1 Mood C.C. 393, είχαν πλαστογραφηθεί έγγραφα για την απόλυση ενός καταδίκου από τις φυλακές.

Στην υπόθεση Toshack (1849) 1 Dan 492 ένας ναυτικός πλαστογράφησε πιστοποιητικό καλής διαγωγής για να παρακαθήσει σε εξετάσεις.

Στην Inner Temple, R. v. Bassay (1931) Cr. App. R. 168 ένας φοιτητής πλαστογράφησε έγγραφα για να επιτύχει την εγγραφή του στο Inner Temple.

Ενέργειες.

Εάν εύλογα υποψιάζεστε ότι έχει διαπραχθεί πλαστογραφία, τότε θα πρέπει να προβείται σε καταγγελία στην Αστυνομία.

Η αστυνομία θα προβεί στην συνέχεια σε λήψη καταθέσων και διερεύνηση του αδικήματος.

Οι αστυνομικοί δύναται κατόπιν λήψης εντάλματος σύλληψης, να προβούν σε σύλληψη των υπόπτων και στην συνέχεια δύνανται να εκδοθούν διατάγματα προσωποκράτησης απο το Δικαστήριο και θα αρχίσει η δικαστική διαδικασία.

Ποινές

Η γενική ποινή πλαστογραφίας είναι 3 έτη φυλάκισης, σύμφωνα με το άρθρο 335 του Νόμου που προνοεί τα εξής:

«Όποιος πλαστογραφεί έγγραφο είναι ένοχος ποινικού αδικήματος το οποίο, εκτός αν προνοείται διαφορετικά, είναι κακούργημα, αυτός δε υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων, εκτός αν λόγω των περιστατικών της πλαστογραφίας ή της φύσης του πλαστογραφημένου, προβλέπεται κάποια άλλη ποινή»

Σημειώνεται ότι για ορισμένα έγγραφα όπως διαθήκες, το αδίκημα θεωρείται ακόμη πιο σοβαρό και η ποινή φυλάκισης είναι 14 έτη, σύμφωνα με το άρθρο 336 που προνοεί τα εξής:

«336. Όποιος πλαστογραφεί διαθήκη, έγγραφο τίτλου γης, δικαστικό πρακτικό, πληρεξούσιο έγγραφο, τραπεζογραμμάτιο, συναλλαγματική, γραμμάτιο εις διαταγή ή άλλο διαπραγματεύσιμο έγγραφο, ασφαλιστήριο, τραπεζιτική επιταγή ή άλλη εξουσιοδότηση πληρωμής χρημάτων από πρόσωπο που διεξάγει εργασία ως τραπεζίτης, περιλαμβανομένης πιστωτικής κάρτας, υπόκειται σε φυλάκιση δεκατεσσάρων χρόνων».

Σε σχέση με επίσημα έγγραφα η πλαστογράφηση είναι 10 έτη.

«Όποιος πλαστογραφεί δικαστικό ή επίσημο έγγραφο, υπόκειται σε φυλάκιση δέκα χρόνων».

Σύμφωνα με το άρθρο 338

«Όποιος-(α) πλαστογραφεί χαρτόσημο, σφραγιστό ή κινητό που χρησιμοποιείται για σκοπούς προσόδων από οποιαδήποτε Κυβέρνηση ή (β) χωρίς νόμιμη δικαιολογία (της οποίας έχει και το βάρος της απόδειξης) κατασκευάζει ή γνωρίζει ότι έχει στην κατοχή του βαφή ή όργανο που δύναται να χρησιμοποιηθεί για την αποτύπωση τέτοιου χαρτοσήμου ή (γ) με δόλιο τρόπο κόβει, σχίζει με οποιοδήποτε τρόπο ή αποσπά από οποιοδήποτε πράγμα χαρτόσημο που χρησιμοποιείται για σκοπούς προσόδων από την Κυβέρνηση της Δημοκρατίας με σκοπό άλλης χρήσης αυτού ή μέρους του ή (δ) με δόλιο τρόπο ακρωτηριάζει τέτοιο χαρτόσημο όπως αναφέρονται στα αμέσως πιο πάνω, με σκοπό άλλης χρήσης του ή (ε) με δόλιο τρόπο βάζει ή τοποθετεί σε οποιοδήποτε πράγμα ή σε τέτοιο χαρτόσημο όπως αναφέρονται στα αμέσως πιο πάνω, χαρτόσημο ή μέρος του, το οποίο δόλια ή όχι κόπηκε, σχίστηκε ή με άλλο τρόπο αποσπάστηκε από οποιοδήποτε άλλο πράγμα ή άλλο χαρτόσημο ή (στ) με δόλιο τρόπο απαλείφει ή με άλλο τρόπο, είτε πραγματικά είτε προφανώς, αφαιρεί από χαρτοσημασμένο πράγμα όνομα, ποσό, ημερομηνία ή οποιοδήποτε άλλο στοιχείο ή πράγμα που είναι γραμμένο σε αυτό, με σκοπό άλλης χρήσης του χαρτοσήμου σε τέτοιο πράγμα ή (ζ) σε γνώση του και χωρίς νόμιμη δικαιολογία (της οποίας έχει και το βάρος της απόδειξης) έχει στην κατοχή του χαρτόσημο ή μέρος του το οποίο αποκόπηκε δόλια, σχίστηκε ή αποσπάστηκε με άλλο τρόπο από οποιοδήποτε πράγμα ή χαρτόσημο το οποίο δόλια ακρωτηριάστηκε ή χαρτοσημασμένο πράγμα από το οποίο απαλείφτηκε δόλια ή με άλλο τρόπο, πραγματικά ή προφανώς, αφαιρέθηκε οποιοδήποτε όνομα, ποσό, ημερομηνία ή άλλο στοιχείο ή πράγμα, υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων».

Τέλος, σε σχέση με το αδίκημα της κυκλοφορίας πλαστού εγγράφου, το άρθρο 339 προνοεί τα εξής:

«Όποιος γνωρίζει και θέτει με δόλιο τρόπο σε κυκλοφορία πλαστό έγγραφο, είναι ένοχος ποινικού αδικήματος του ίδιου είδους και υπόκειται στην ίδια ποινή ωσάν είχε πλαστογραφήσει το πράγμα για το οποίο γίνεται λόγος».


[1] Σημειώνεται ότι όπου υπάρχει πρόθεση καταδολίευσης αλλά δέν έχει τελεστεί ολοκληρωμένα η πράξη τότε διαπράττεται το αδίκημα της απόπειρας πλαστογράφησης.

[2] Τονίζεται ότι ο όρος έγγραφο δέν αναφέρεται σε εμπορικά σήματα (trademarks) και άλλα σήματα σε που επιφέρουν εμπορικό όφελος (π.χ designs, patents κ.α. -καθώς αυτά διέπονται απο άλλες ειδικές Νομοθεσίες).

Τα πιο πάνω δέν αποτελούν νομική συμβουλή.

Μερίσματα (“Dividends”) σε σχέση με Κυπριακές Ιδιωτικές εταιρείες.

Μία μετοχή, εκτός από δικαίωμα ψήφου στις γενικές συνελεύσεις των μετόχων, δίδει ταυτόχρονα το δικαίωμα στον ιδιοκτήτη της να λαμβάνει ή/και να πληρώνεται μέρισμα από τα κέρδη της εταιρείας.  

Βασικός κανόνας είναι ότι η εταιρεία δύναται να πληρώνει μερίσματα στους μετόχους της μόνο από τα κέρδη της, αφού έχει προηγουμένως διευθετήσει τις υποχρεώσεις της (φόρους, ετήσια τέλη κτλ).

Τα μερίσματα πληρώνονται κατ’ έτος από τα κέρδη της εταιρείας κατ’αναλογία ή/και σύμφωνα με την αξία των μετοχών των μετόχων ή (εάν το Καταστατικό το επιτρέπει- π.χ βλέπετε Πίνακα Α άρθρο 115, σε περίπτωση που το έχει υιοθετήσει η Εταιρεία ρητά ή έμμεσα) μπορούν να πληρώνονται πρίν το τέλος του έτους (δλδ ενδιάμεσα μερίσματα)

Μια εταιρεία η οποία δέν έχει κέρδος στο τέλος του έτους  (ή για σκοπούς ενδιάμεσων μερισμάτων δέν προβλέπεται να έχει κέρδος πρίν το τέλος του έτους σύμφωνα με τους ενδιάμεσους λογαριασμούς), δέν δύναται να προβεί σε πληρωμή μερισμάτων προς όφελος των μετόχων της.

Πρίν μία εταιρεία προβεί σε πληρωμή μερίσματος θα πρέπει να εξετάζονται οι πρόνοιες του Καταστατικού της, τυχόν συμφωνίες των μετόχων και φυσικά ο Περι Εταιρειών Νόμος, Κεφ.113.

Η διανομή των κερδών κατα το τέλος του έτους απόφασίζεται κατα την ετήσια γενική συνέλευση, αφού οι Διευθυντές παρουσιάσουν τις οικονομικές καταστάσεις οι οποίες απόδεικνύουν κέρδος για την εταιρεία καθώς και δήλωση με την οποία  προτείνουν τα ποσά που θα πρέπει να διανεμηθούν ή/και να πληρωθούν  στους μετόχους ως μερίσματα.  Το ποσό αυτό δέν μπορεί να υπερβαίνει αυτό που το Καταστατικό θέτει ως μέγιστο  δυνατό ποσό μερίσματος.

Τονίζεται ότι κατα την λήψη των πιο πάνω απόφάσεων οι Διευθυντές πρέπει πάντα να ενεργούν καλόπιστα με γνώμονα το συμφέρον της εταιρείας και να συμμορφώνονται με τα καθήκοντα εμπιστευτικότητας τους (fiduciary duties).

Σε αντίθετή περίπτωση δύναται να ευθύνονται για παράβαση των καθηκόντων τους.

Τα πιο πάνω δέν αποτελούν νομική συμβουλή.

Δυνατότητα μετόχων να σύγκαλέσουν έκτακτη Γενική Συνέλευση (ΕΓΣ).


Τι συμβαίνει στην περίπτωση όπου οι Διευθυντές μίας ιδιωτικής Εταιρείας δέν προβαίνουν ή/και αρνούνται να προβούν στην σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης (ΕΓΣ) για κάποιο θέμα που προβληματίζει ή/και απασχολεί τους μετόχους;

Ένα παράδειγμα τέτοιας περίπτωσης είναι όταν μια εταιρεία διοικείται από ένα Διευθυντή και οι μέτοχοί επιθυμούν την παύση του, αλλά αυτός αρνείται ή/και παραλείπει να συγκαλέσει έκτακτη γενική συνέλευση ούτως ώστε να αποτρέψει την παύση του (PedleyvInlandWaterwaysAssociationLtd (1977), aCA 1985).

Σε τέτοια περίπτωση, ένα σημαντικό όπλο στα χέρια των μετόχων/μελών της εταιρείας είναι το άρθρο 126 του Περι Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113 (ο «Νόμος»), το περιεχόμενο του οποίου προσομοιάζει με τις πρόνοιες 303-305 του Companies Act 2006 της Αγγλίας και το οποίο δίδει δικαίωμα σε μετόχους να «εξαναγκάσουν» τους Διευθυντές της εταιρείας να συγκαλέσουν γενική συνέλευση.

Σύμφωνα με το άρθρο 126, μέλοι/μέτοχοι της εταιρείας οι οποίοι κατέχουν τουλάχιστον 1/10 του πληρωμένου εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας και που έχουν δικαίωμα ψήφου σε γενικές συνελεύσεις της εταιρείας (ή σε περίπτωση εταιρείας που η εταιρεία δεν έχει μετοχικό κεφάλαιο, μέλη της εταιρείας που αντιπροσωπεύουν τουλάχιστον το 1/10 του συνόλου των δικαιωμάτων ψήφου των μελών) δύνανται να αιτηθούν την σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης της εταιρείας απο τους διευθυντές και σε τέτοια περίπτωση οι διευθυντές οφείλουν να την συγκαλέσουν άμεσα.

Στην αίτηση θα πρέπει οι μέτοχοι να δηλώνουν τους σκοπούς της συνέλευσης (π.χ ψήφισμα παύσης Διευθυντή). Επίσης η αίτηση πρέπει να υπογράφεται από τους αιτητές/μέλη και να κατατίθεται στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας.

Σημειώνεται ότι η αίτηση δύναται να αποτελείται από διάφορα έγγραφα παρόμοιου τύπου, υπογραμμένα από έναν ή περισσότερους αιτητές.

Σε περίπτωση που οι Σύμβουλοι/Διευθυντές δέν προχωρήσουν με την σύγκληση της ΕΓΣ εντός 21 ημερών απο την ημέρα της κατάθεσης της αίτησης, τότε οι αιτητές ή κάποιοι απο αυτούς οι οποίοι αντιπροσωπεύουν περισσότερο από το ένα δεύτερο του συνολικού αριθμού αυτών, δύνανται να συγκαλέσουν την ΕΓΣ εντός 3 μηνών.

Παράδειγμα

Η εταιρεία X Ltd είναι μία ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές και έχει 6 μετόχους. Η εταιρεία αυτή διοικείται από 3 Διευθυντές, την Ρόζα, τον Βασίλη και τον Δανιήλ, οι οποίοι μαζί κατέχουν 60% των μετοχών της εταιρείας. Οι μέτοχοι θέλουν να παύσουν τον Βασίλη από την θέση αυτή διότι υποπτεύονται ότι ενεργεί χωρίς εξουσιοδότηση και καταχράζεται χρήματα της εταιρείας. Οι άλλοι 2 διευθυντές  δέν επιθυμούν την παύση του Βασίλη και έτσι δέν προσχωρούν με την σύγκληση της έκτακτης γενικής συνέλευσης.

Σε τέτοια περίπτωση εφόσον έχουμε 6 μετόχους και εφόσον οι 3 Διευθύνοντες σύμβουλοι μαζί κατέχουν 60%,  αυτό σημαίνει ότι οι εναπομείναντες 3 μέτοχοί κατέχουν 40% του εκδομένου μετοχικού κεφαλαίου.

Απο αυτούς τους μετόχους που μαζί κατέχουν το 40% σημειώνεται ότι μέτοχοι που κατέχουν όχι λιγότερο του 10% των μετοχών δύνανται να ζητήσουν την σύγκληση ΕΓΣ, με αίτηση που θα αποστείλουν στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας, επεξηγώντας τους λόγους σύγκλησης της και υπογράφοντας την.


Σε περίπτωση που οι 3 Διευθυντές δεν προχωρήσουν στην σύγκληση της ΕΓΣ εντός 21 ημερών από την ημέρα της κατάθεσης της αίτησης, τότε όλοι οι αιτητές αυτοί  (ή τουλάχιστον οι μισοί εξ αυτών) δύνανται να συγκαλέσουν την ΕΓΣ εντός 3 μηνών.

Το πιο πάνω άρθρο δέν αποτελεί νομική συμβουλή

Διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal

Τί γίνεται στην περίπτωση όπου εύλογα υποψιαζόμαστε ότι κάποιο αδίκημα έχει διαπραχθεί εναντίον μας αλλά δεν γνωρίζουμε απο ποιόν ή γνωρίζουμε απο ποιόν αλλά δεν είμαστε βέβαιοι ως προς το είδος της αδικοπραξίας ή δεν είμαστε σε θέση να διαμορφώσουμε με ακρίβεια την αξίωση μας;

Μία πάρα πολύ σημαντική αγγλική υπόθεση η οποία έχει υιοθετηθεί και απο την κυπριακή νομολογία (βλέπετε TBF (Cyprus) Ltd κ.α. v. Εμπ. Μελ. Σχεδ. και Επιχ. Κεφ. Α.Ε κ.ά. (2001) (1) Α.Α.Δ 153)  είναι η υπόθεση Norwich Pharmacal Co v Customs and Excise Commissioners [1974] A.C. 133., η οποία καθιέρωσε τα διατάγματα τύπου «Norwich Pharmacal».

Τα διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal σκοπό έχουν την διευκόλυνση της απονομής της δικαιοσύνης, επιτρέποντας σε πρόσωπα να λάβουν, από αθώα τρίτα μέρη, πληροφορίες που παρέχουν τη δυνατότητα σε αυτά να εξακριβώσουν τις ταυτότητες των αδικοπραγούντων ή/και να ανιχνεύσουν το προϊόν της αδικοπραξίας (δηλαδή όχι αποκάλυψη ταυτότητας προσώπου αλλά απλή αποκάλυψη πληροφοριών που απαιτούνται για να διατυπώσει ο Αιτητής την απαίτηση του εναντίον του αδικοπραγήσαντος- βλέπετε Carlton Film Distributors Ltd v. VDC Ltd (2003) EWHC 616(Ch)).

Σύμφωνα με τον Δκαστή Lord Reid, στην Norwich Pharmacal Co v Customs and Excise Commissioners, παρ.175:

“… if through no fault of his own a person gets mixed up in the tortious acts of others so as to facilitate their wrong-doing he may incur no personal liability but he comes under a duty to assist the person who has been wronged by giving him full information and disclosing the identity of the wrongdoers. I do not think that it matters whether he became so mixed up by voluntary action on his part or because it was his duty to do what he did. It may be that if this causes him expense the person seeking the information ought to reimburse him. But justice requires that he should co-operate in righting the wrong if he unwittingly facilitated its perpetration.”

Σύμφωνα με την απόφαση στην υπόθεση αυτή, σε ορισμένες περιπτώσεις Δικαστήριο δύναται κατα την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας να εκδώσει διάταγμα εναντίον προσώπου να προβεί στην αποκάλυψη της ταυτότητας τρίτου προσώπου ή/και στην αποκάλυψη άλλων στοιχείων που είναι απαραίτητα για να δύναται ο Αιτητής να προχωρήσει με δικαστική αγωγή.

Τονίζεται ότι η εξουσία του Δικαστηρίου για να εκδίδει τέτοιες θεραπείες και διατάγματα είναι διακριτική.

Επίσης, σημειώνεται ότι για να δύναται το Δικαστήριο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, θα πρέπει να ικανοποιούνται οι πιο κάτω προυποθέσεις.

(α)   Πρέπει  να   έχει   διαπραχθεί  ή   να   είναι   συζητήσιμο   ότι   έχει   διαπραχθεί αδικοπραξία από κάποιον αδικοπραγούντα (είτε αυτό είναι παράβαση σύμβασης ή αστικό αδίκημα ή ποινικό αδίκημα).

(β)   Η έκδοση του διατάγματος πρέπει να είναι απαραίτητη για να καταστεί δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντα (δλδ χωρίς τις αιτούμενες πληροφορίες καμία αγωγή δεν δύναται να καταχωρηθεί και ο Αιτητής δεν μπορεί να λάβει τις πληροφορίες αυτές με άλλο τρόπο).

(γ)   Το πρόσωπο εναντίον του οποίου διεκδικούνται τα διατάγματα  (Καθής η Αίτηση) θα πρέπει:

(ί) να είχε συμμετοχή, εμπλοκή ή ανάμειξη με τρόπο που να διευκόλυνε τη διάπραξη της αδικοπραξίας και[1]

(ii)να είναι σε θέση ή να είναι πιθανόν να είναι σε θέση να παράσχει τις αναγκαίες πληροφορίες για να καταστεί δυνατή η έγερση αγωγής εναντίον του αδικοπραγούντα.

Στην υπόθεση Santander UK Plc v National Westminster Bank Plc [2014] EWHC 2626 (Ch): ο Αιτητής κατα λάθος κατέθεσε λευτά στους λογαριασμούς πολλών πελατών της Καθής η Αίτηση τράπεζας. Η Καθής  η Αίτηση αρνήθηκε να παρέχει στον Αιτητή τα στοιχεία των λογαριασμών αυτών των προσώπων λόγω καθήκοντος εμπιστευτικότητας που είχε προς αυτούς και προστασίας των προσωπικών τους δεδομένων.  Ο Αιτητής καταχώρησε αιτήσεις για διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal, ζητώντας τα στοιχεία (ονοματεπώνυμο, διεύθυνση, τηλέφωνο, διεύθυνση ηλ. Ταχυδρομείου και ημερομηνία γέννησης) των προσώπων αυτών για να καταχωρήσει αγωγή εναντίον τους για αδικαιολόγητο πλουτισμό (unjust enrichment).  Το δικαστήριο εξέδωσε τα Διατάγματα αυτά αλλά σημείωσε πως δεν θα πρέπει να αποκαλυφθούν οι ημερομηνίες γέννησης των προσώπων αυτών.

Σημειώνεται ότι εάν ο αιτητής δύναται να λάβει τα έγγραφα από άλλην πηγή ή με άλλα μέσα το Δικαστήριο δεν θα εξασκήσει την διακριτική του ευχέρεια για να χορηγήσει το διάταγμα.

 Στην αγγλική υπόθεση P v T Ltd [1997] 1 W.L.R. 709, ο Αιτητής ήταν εργαζόμενος στην Καθής η Αίτηση Εταιρεία η οποία τον απέλυσε μετά που δέχθηκε παράπονα εναντίον του απο τρίτο πρόσωπο.

Ο Αιτητής έγειρε αγωγή εναντίον της Καθής η Αίτηση για παράνομη απόλυση, ενώ ταυτόχρονα καταχώρησε αίτηση για διάταγμα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal, για σκοπούς αποκάλυψης της ταυτότητας του προσώπου που έκανε την καταγγελία εναντίον του στην Καθής η Αίτηση, εφόσον υπήρχε η πιθανότητα να είχε αγωγιμο δικαίωμα εναντίον του τρίτου αυτου προσώπου για κακόπιστη ψευδολογία ή/και δυσφήμηση. Το Δικαστήριο έκρινε ότι θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της δικαιοσύνης η έκδοση τέτοιου διατάγματος.

Εν όψει των πιο πάνω, σημειώνεται ότι τα διατάγματα αυτά στόχο έχουν την διευκόλυνση απονομής της δικαιοσύνης σε περιπτώσεις όπου είναι βέβαιο ή ακόμη συζητήσιμο εάν έχει διαπραχθεί οιασδήποτε φύσης αδίκημα και ο Αιτητής δέν έχει άλλο τρόπο να το διαπιστώσει ή/και να στοιχειοθετήσει την υπόθεση του με βεβαιότητα.


[1]  Στην απόφαση  Ashworth Hospital Authority v. MGN Ltd (ανωτέρω), o Lord Woolf ανέφερε τα ακόλουθα στη σελ. 2039:

«The Norwich Pharmacal case clearly establishes that where a person, albeit innocently, and without incurring any personal liability, becomes involved in a wrongful act of another, that person clearly comes under a duty to assist the person injured by those acts by giving him any information which he is able to give by way of discovery that discloses the identity of the wrongdoer.”

Χαρτοσήμανση εγγράφων

Σύμφωνα με τον Περι Χαρτοσήμων Νόμο 19/1963 (στο εφεξής ο «Νόμος»), ορισμένα συμβόλαια και άλλα έγγραφα (π.χ διαθήκες, πληρεξούσια κ.α)  θα πρέπει να χαρτοσημαίνονται εάν αφορούν σε περιουσιακά στοιχεία που βρίσκονται στην Δημοκρατία (π.χ πωλητήριο έγγραφο για ακίνητο) ή σε ζητήματα που θα γίνουν ή/και θα εκτελεστούν στην Δημοκρατία (π.χ συμβάσεις εργοδότησης στην Κύπρο, διαθήκες αποβιωσάντων που είχαν μόνιμη διαμονή στην Κύπρο κ.α) ανεξάρτητα απο την χώρα σύνταξης τους.  

Τα είδη τον εγγράφων που πρέπει να χαρτοσημαίνονται καθώς και το σχετικό τέλος χαρτοσήμανσης περιέχονται στο Πρώτο Παράρτημα του Νόμου (βλέπετε το Παράρτημα εδώ: Ο Περί Χαρτοσήμων Νόμος – 19/1963 – ΠΡΩΤΟ ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ (cylaw.org).

Αρμόδια αρχή για την εφαρμογή των πιο πάνω είναι, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου ο Έφορος επί των Τελών Χαρτοσήμου (στο εφεξής ο «Έφορος»).

Τα έγγραφα πρέπει να χαρτοσημαίνονται πρίν κατατεθούν στις αρμόδιες αρχές (π.χ κατάθεση αγοραπωλητηρίου στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης).

Σε σχέση με ορισμένα έγγραφα, το τέλος χαρτοσήμανσης είναι σταθερό (δηλαδή η αξία της σύμβασης δέν λαμβάνεται υπόψη) ενώ άλλα χαρτοσημαίνονται ανάλογα με την αξία της σύμβασης.

Σημειώνεται ότι με σχετική ανακοίνωση του Τμήματος Φορολογίας, απο 29/6/2020, η διαδικασία χαρτοσήμανσης εγγράφων με  σταθερά τέλη (βλέπετε Χαρτοσήμανση εγγράφων με σταθερά τέλη χαρτοσήμων.pdf (mof.gov.cy σε σχέση με τα έγγραφα που έχουν σταθερό τέλος χαρτοσήμανσης)  τα οποία αφορούν μισθώσεις ακινήτων, συμβάσεις εργοδότησης, συμβάσεις μεταξύ δύο νομικών προσώπων και άλλες συμφωνίες με σταθερή αξία (π.χ αγοραπωλητήρια έγγραφα και συμφωνίες δανείου) είναι η ακόλουθη:

  1. Ο ενδιαφερόμενος  αγοράζει χαρτόσημα της αξίας που πρέπει (Χαρτοσήμανση εγγράφων με σταθερά τέλη χαρτοσήμων.pdf (mof.gov.cy), βλέπετε Πίνακα 1).
  2. O ενδιαφερόμενος επικολλά και ακυρώνει το χαρτόσημο. Η ακύρωση του χαρτοσήμου επί του εγγράφου, επιτυγχάνεται με διπλή διαγώνια γραμμή επί του χαρτοσήμου, μονογραφή από τον ενδιαφερόμενο/συμβαλλόμενο και ημερομηνία ακύρωσης.

Η χαρτοσήμανση πρέπει να γίνεται εντός 30 ημερών απο την υπογραφή του εγγράφου για να είναι εμπρόθεσμη.

Εάν η  χαρτοσήμανση είναι εκπρόθεσμη ισχύουν τα ακόλουθα:

Α. Εάν το τέλος χαρτοσήμου δεν καταβάλλεται εντός τριάντα (30) ημερών από την πρώτη υπογραφή ή σύνταξη του εγγράφου, τότε επιβάλλεται πρόστιμο το οποίο ισούται με το ίδιο το τέλος (π.χ. τέλος χαρτοσήμου €35, πρόστιμο €35).

Β. Εάν το τέλος χαρτοσήμου δεν καταβάλλεται εντός έξι (6) μηνών από την πρώτη υπογραφή ή σύνταξη του εγγράφου, τότε το πρόστιμο ισούται με δύο (2) φορές το ίδιο το τέλος (π.χ. τέλος χαρτοσήμου €35, πρόστιμο €70).

Σε περίπτωση που επιθυμείτε και πιστό αντίγραφο, τότε καταβάλλετε το τέλος των 2 ΕΥΡΩ (η εάν το τέλος χαρτοσήμανσης του πρωτότυπου είναι κάτω των 2 ευρώ, τότε το ίδιο τέλος ισχύει και για το αντίγραφο).

Σε σχέση με τα έγγραφα που δέν φέρουν  σταθερό τέλος χαρτοσήμανσης, αλλά των οποίων το τέλος χαρτοσήμανσης εξαρτάται απο την αξία της σύμβασης, σύμφωνα με σχετική ανακοίνωση του Τμήματος Φορολογίας από 27/07/2020, αυτά θα χαρτοσημαίνονται ως ακολούθως:

  1. Ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να επισκεφθεί την σελίδα του Τμήματος Φορολογίας, και να χρησιμοποιήσεί το Εργαλείο Υπολογισμού Τέλους Χαρτοσήμων (θα το βρείτε στον ακόλουθο σύνδεσμο :Τμήμα Φορολογίας | Άλλο Ενημερωτικό Υλικό (mof.gov.cy)). Αφού συμπληρωθούν τα απαραίτητα πεδία, θα εμφανιστεί το σχετικό τέλος χαρτοσήμανσης για το εν λόγω έγγραφο μέσω του εντύπου «Υπολογισμός Τέλους Χαρτοσήμων».
  2. Το έντυπο «Υπολογισμός Τέλους Χαρτοσήμων»  θα πρέπει να αποσταλεί στο Τμήμα Φορολογίας.
  3. Εάν το τέλος αυτό δέν υπερβαίνει τα 100 EΥΡΩ, ο ενδιαφερόμενος θα πρέπει να αγοράσει τα χαρτόσημα (π.χ απο τον Δικηγορικό Σύλλογο της Επαρχίας του) να τα επικολλήσει στο έγγραφο και να τα ακυρώσει ο ίδιος. Η ακύρωση του χαρτοσήμου επί του εγγράφου, επιτυγχάνεται με διπλή διαγώνια γραμμή επί του χαρτοσήμου, μονογραφή από τον ενδιαφερόμενο/συμβαλλόμενο και ημερομηνία ακύρωσης. ( Έγγραφο το οποίο φέρει χαρτόσημο το οποίο δεν είναι ακυρωμένο, λογίζεται ως μη χαρτοσημασμένο).
  4. Εάν το τέλος χαρτοσήμου υπερβαίνει τα €100, τότε ο ενδιαφερόμενος, χρησιμοποιώντας το «Εργαλείο Υπολογισμού Τέλους Χαρτοσήμων», υπολογίζει το τέλος χαρτοσήμων, εκτυπώνει το έντυπο «Υπολογισμός Τέλους Χαρτοσήμων» και το προσκομίζει στα Επαρχιακά Γραφεία Είσπραξης Φόρων για πληρωμή του τέλους. Στην συνέχεια παρουσιάζει σε αρμόδιο Λειτουργό την απόδειξη πληρωμής μαζί με τα έγγραφα προς χαρτοσήμανση, ο οποίος θα  τα σφραγίσει.

Σημειώνεται ότι σε σχέση με την εκπρόθεσμη χαρτοσήμανση (δλδ άνω των 30 ημερών) ισχύουν οι ίδιες επισημάνσεις με τα έγγραφα με σταθερό τέλος χαρτοσήμανσης (βλέπετε πιο πάνω).

Τα πιο πάνω είναι πληροφοριακού χαρακτήρα

Πιστοποίηση Apostille

Σε περίπτωση που χρειάζεται να αποστείλουμε δημόσια έγγραφα που έχουν εκδοθεί στο έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας σε άλλο κράτος (αν το κράτος αυτό έχει υπογράψει την Σύμβαση περί Καταργήσεως της Υποχρεώσεως προς Νομιμοποίηση ‘Αλλοδαπών Δημοσίων Έγγραφων της Χάγης του 1961-βλέπετε  Hague Apostille Country List (gsccca.org)) π.χ διοτι θέλουμε να κάνουμε κάποια αίτηση σε δημόσια αρχή του άλλου κράτους (όπως για εγγραφή ευρωπαίου πολίτη ή για άδεια μόνιμης διαμονής κ.α), τότε πρέπει να γνωρίζουμε ότι τα έγγραφα αυτά θα πρέπει να πιστοποιηθούν με την σφραγίδα της Χάγης («Apostille») πριν αποσταλούν στο εξωτερικό, προκειμένου να γίνουν δεκτά.


Σημειώνεται ότι η Κύπρος αποτελεί μέλος της Σύμβασης από το 1972.


Αρμόδια αρχή για την πιστοποίηση αυτή είναι το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Κύπρου.


Κατά τον ίδιο τρόπο δημόσια έγγραφα που πρόκειται να κατατεθούν σε δημόσιες αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, τα οποία εκδόθηκαν σε άλλο κράτος μέλος της περί Καταργήσεως της Υποχρεώσεως προς Νομιμοποίηση ‘Αλλοδαπών Δημοσίων Έγγραφων Σύμβασης της Χάγης ( η «Σύμβαση»), θα πρέπει να φέρουν την πιστοποίηση αυτή πριν σταλούν στην Δημοκρατία.


Με την σφραγίδα αυτή το Υπουργείο Δικαιοσύνης του κράτους πιστοποιεί την αυθεντικότητα και γνησιότητα των δημόσιων εγγράφων, προκειμένου να γίνoνται αποδεκτά από αλλοδαπές αρχές.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 της Σύμβασης αυτής, το πιστοποιητικό Apostille είναι η μόνη διατύπωση η οποία δυνατό να απαιτηθεί προς πιστοποίηση των πιο κάτω:

Α. της  αυθεντικότητας της υπογραφής, και

Β. της ιδιότητος υπό την οποία ενήργησε ο υπογράφων, και

Γ. Στην κατάλληλη περίπτωση της ταυτότητας της σφραγίδας, η οποία τέθηκε επί του εγγράφου. 

Όταν υπάρχει η σφραγίδα Apostille δεν απαιτείται και δεν μπορεί να απαιτηθεί οτιδήποτε άλλο για την πιστοποίηση της υπογραφής, της ιδιότητος και της σφραγίδας. 

Σημειώνεται ότι για να πιστοποιηθούν τα έγγραφα με την σφραγίδα Apostille θα πρέπει να είναι πρωτότυπα.

Σύμφωνα με γνωμάτευση του Γενικού Εισαγγελέα ημερομηνίας 7/08/2002
«για σκοπούς πιστοποίησης με Apostille μόνο πρωτότυπα έγγραφα
αντίγραφα) που εκδίδονται από διάφορα κυβερνητικά τμήματα (της
Κυπριακής Δημοκρατίας) έναντι πληρωμής σχετικής αμοιβής ως
καθορίζεται στους σχετικούς νόμους που διέπουν τη λειτουργία τους μπορούν
να πιστοποιηθούν για σκοπούς της Σύμβασης της Χάγης
».

Επίσης, σημειώνεται ότι εάν τα έγγραφα αυτά θα πρέπει να μεταφραστούν για την αλλοδαπή χώρα (π.χ ένα πιστοποιητικό καθαρού ποινικού μητρώου που εκδόθηκε στην Κύπρο θα χρησιμοποιηθεί για το Τμήμα Αλλοδαπών της Γερμανίας και άρα πρέπει να μεταφραστεί στα γερμανικά), τότε θα πρέπει η μετάφραση να γίνει μετά που το έγγραφο πιστοποιήθηκε με την σφραγίδα Apostille και θα πρέπει να μεταφράζεται και η σφραγίδα (Οι μεταφράσεις αυτές γίνονται απο εγγεγραμμένους μεταφραστές του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών).

Για την παροχή της υπηρεσίας, καταβάλλεται τέλος 5 ευρώ σε χαρτόσημα, τα
οποία επικολλούνται και ακυρώνονται επί του πιστοποιητικού (εντύπου)
«ΑPOSTILLE»


Σε περίπτωση που το αλλοδαπό κράτος μέλος δέν έχει υπογράψει την Σύμβαση της Χάγης (και δέν είναι η Ρωσία ή η Σερβία, με τις οποίες έχουμε υπογράψει διμερείς διακρατικές συμφωνίες σύμφωνα με τις οποίες εξαιρείται οποιαδήποτε ανάγκη πιστοποίησης δημοσίων εγγράφων νοουμένου ότι είναι κατάλληλα υπογεγραμμένα και ότι φέρουν την επίσημα σφραγίδα της αρμόδιας κρατικής αρχής που τα έχει εκδώσει), τότε τα δημόσια έγγραφα θα πρέπει να φέρουν διπλωματική πιστοποίηση.

Σε σχέση με τον όρο δημόσια έγγραφα, επισημαίνεται ότι αυτά περιλαμβάνουν όλα τα έγγραφα τα που εκδίδονται απο δημόσια αρχή ή δημόσιο υπάλληλο του κράτους (π.χ απόφαση/διάταγμα Δικαστηρίου, πιστοποιητικό ποινικού μητρώου, πιστοποιητικό γέννησης, πιστοποιητικό γάμου, πτυχίο απο κρατικό πανεπιστήμιο, απολυτήριο δημοσίου λυκείου κ.α), συμβολαιογραφικά έγγραφα και επίσημες βεβαιώσεις σε ιδιωτικά έγγραφα (π.χ πωλητηρίο εγγράφο που χαρτοσημάνθηκε απο τον ‘Εφορο Χαρτοσήμανσης του Τμήματος Φορολογίας ή Ένορκες Δηλώσεις Δικαστηρίου) και επίσημες μεταφράσεις (απο ορκωτούς μεταφραστές ή απο Δικηγόρους μέσω ένορκης δήλωσης μετάφρασης).

Διαδικασία σε περίπτωση που τα έγγραφα θα καταχωρηθούν σε ξένη δημόσια αρχή

  1. Σε ποια χώρα πρέπει να σταλούν; Η χώρα αυτή έχει υπογράψει την Σύμβαση της Χάγης (βλέπετε Hague Apostille Country List (gsccca.org)); Εάν ναί,νοουμένου ότι α. είναι δημόσιο έγγραφο (βλέπετε πιο πάνω) και β. είναι πρωτότυπο (ή πιστό αντίγραφο) θα  πρέπει να πιστοποιηθεί με σφραγίδα Apostille απο το Υπουργείο Δικαιοσύνης της Κύπρου. Εάν όχι, τότε (εκτός Ρωσίας και Σερβίας) θα πρέπει να φέρει διπλωματική πιστοποίηση.
  2. Το έγγραφο αυτό είναι στα ελληνικά; Χρειάζεται μετάφραση του για την αλλοδαπή; (Εάν ναι, αφού πιστοποιηθεί με σφραγίδα Apostille, θα πρέπει να μεταφραστεί ολόκληρο, με την σφραγίδα απο ορκωτό μεταφραστή του Γραφείου Τύπου και Πληροφοριών).

Tα πιο πάνω είναι πληροφοριακού χαρακτήρα.

Πώληση μεριδίου απο συνιδιοκτήτη ακίνητης ιδιοκτησίας.

Όταν υπάρχει συνιδιοκτησία γής σε αδιαίρετες μερίδες  είναι πολύ πιθανόν να δημιουργηθούν προβλήματα και συγκρόυσεις όταν οι συνιδιοκτήτες/συγκύριοι δέν είναι σε θέση να συμφωνήσουν ώς προς τον τρόπο  διαχείρισης ή/και εκμετάλλευσης ή/και αξιοποίησης της.

H συνιδιοκτησία σε ένα ακίνητο μπορεί να δημιουργηθεί όταν για παράδειγμα πρόσωπο το οποίο απεβίωσε χωρίς διαθήκη, άφησε ακίνητη ιδιοκτησία και αυτή κληρονομήθηκε απο συγγενείς που βάσει της Νομοθεσίας έχουν δικαίωμα σε ίσα μερίδια (π.χ σύζυγος και παιδιά ή μόνο παιδιά) [1] ή όταν ο ίδιος ο αποθανόντας μεταβίβασε πρίν τον θάνατο του την ακίνητη ιδιοκτησία σε όλα τα παιδιά του σε ίσα μερίδια.

Σύμφωνα με το άρθρο 21

« Όταν ακίνητη ιδιοκτησία κατέχεται κατ’ εξ αδιαιρέτου ιδανικές μερίδες, όλοι οι συγκύριοι δικαιούνται κατ’ αναλογία της αντίστοιχης μερίδας αυτών, σε- (α) οποιαδήποτε οικοδομή ή άλλο κατασκεύασμα ή οικοδόμημα που ανηγέρθηκε επί, ή είναι στερεά συνδεδεμένο με την ιδιοκτησία · (β) οποιοδήποτε δέντρο ή αμπέλι φυτευμένο ή φρέαρ ανοιγμένο σε αυτή (γ) οποιαδήποτε μόνιμη βελτίωση που επηνέχθηκε πάνω σε αυτή, ανεξάρτητα του αν ανηγέρθηκε, προσαρτήθηκε, φυτεύτηκε, ανοίχτηκε επηνέχθηκε από συγκύριο ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο»

Σε τέτοια περίπτωση εάν οι κληρονόμοι, οι οποίοι εγγράφονται ώς συγκύριοι σε ιδανικές μερίδες,  δέν συμφώνησαν ώς προς τον τρόπο χειρισμού ή/και αξιοποίησης αυτού του περιουσιακού στοιχείου προς όφελος όλων (π.χ πώληση της γής και μοίρασμα των εσόδων κατα την διάρκεια της διαχείρισης απο τον Διαχειριστή) τότε δύναται να δημιουργηθούν αδιέξοδα.

Μία πιθανή λύση στο πρόβλημα είναι ο διαχωρισμός της γης (όπου η γή διαιρείται σε τεμάχια/οικόπεδα και για κάθε ένα εξ αυτών των τεμαχίων/οικοπέδων εκδίδεται χωριστός τίτλος ιδιοκτησίας) με αίτηση διαχωρισμού, εάν πρόκειται για έκταση γης που δύναται να διαιρεθεί σε οικόπεδα. Τί γίνεται όμως εάν η γη δεν είναι τέτοια που να αξίζει ή/και να δύναται να γίνει διαχωρισμός της (π.χ δεν δύναται να διαιρεθεί σε τεμάχια με ελάχιστη έκταση την ελάχιστη απαιτούμενη έκταση για τη δημιουργία οικοπέδου, όπως αυτή υπολογίζεται με βάση τις ισχύουσες πολεοδομικές παραμέτρους της πολεοδομικής ζώνης στην περιοχή από την Πολεοδομική Αρχή- άρθρο 27 του κεφ. 224);

Σε τέτοια περίπτωση, θα ήταν καλό να εξετάσετε το ενδεχόμενο πώλησης του μεριδίου σας και αποχώρησης σας απο το καθεστώς του συνιδιοκτήτη.

  1. Πώληση του μεριδίου συνιδιοκτήτη σε τρίτο πρόσωπο ή σε υφιστάμενο/ους συνιδιοκτήτη/ες.

Σε περίπτωση που δέν συμφωνείται όπως συνιδιοκτήτης αγοράσει το μερίδιο συνιδιοκτήτη, το άρθρο 25 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας-Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση Νόμου, ΚΕΦ.22 προνοεί την διαδικασία πώλησης σε τρίτο πρόσωπο.

Το άρθρο 25.1 του του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας-Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση Νόμου, ΚΕΦ.224 προνοεί τα εξής:

«….όταν κύριος εξ αδιαιρέτου ιδανικής μερίδας επί ακίνητης ιδιοκτησίας προβεί σε δήλωση ενώπιον του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου ότι συμφώνησε να πωλήσει αυτήν σε πρόσωπο που δεν είναι εγγεγραμμένος συγκύριος στην ίδια ιδιοκτησία, η μεταβίβαση της μερίδας αυτής δεν εγγράφεται εκτός αν (α) εντός εξήντα ημερών από την ημερομηνία της δήλωσης πώλησης ο πωλητής ικανοποιήσει το Διευθυντή ότι οι άλλοι εγγεγραμμένοι συγκύριοι δεν επιθυμούν να αγοράσουν τη μερίδα του στην τιμή στην οποία πωλείται· ή (β) ο σκοπούμενος αγοραστής δημοσιεύει τη σκοπούμενη πώληση αυτής ή φέρει αυτήν σε γνώση του άλλου κυρίου όπως προνοείται στο εδάφιο (2) εντός εξήντα ημερών από την ημερομηνία της δημοσίευσης της πώλησης και κανένας εγγεγραμμένος συγκύριος δεν αποκτήσει τη μερίδα δυνάμει αυτού».

Περαιτέρω, το άρθρο 25 (2) προνοεί τα ακόλουθα:

« Η σκοπούμενη πώληση δημοσιεύεται σε τέτοιο τύπο και σε τέτοια εφημερίδα ή εφημερίδες όπως ο Διευθυντής ήθελε απαιτήσει ή φέρεται σε γνώση του άλλου κύριου με επίδοση σε αυτόν έγγραφης ειδοποίησης σε τέτοιο τύπο όπως ο Διευθυντής ήθελε απαιτήσει και οποιοσδήποτε εγγεγραμμένος συγκύριος δύναται, με την κατάθεση στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο, εντός τριάντα ημερών από τη δημοσίευση ή την επίδοση της ειδοποίησης, της τιμής στην οποία η μερίδα του πωλητή πωλείται μαζί με το τέλος εγγραφής, να εγγραφεί για την μερίδα αυτή και για το σκοπό αυτό το ποσό που κατατέθηκε με τον τρόπο αυτό καταβάλλεται στο πρόσωπο που μετείχε στη δήλωση πώλησης ως αγοραστής: Νοείται ότι αν περισσότεροι του ενός εγγεγραμμένοι συγκύριοι ενεργήσουν όπως προνοείται πιο πάνω, ο Διευθυντής εγγράφει στο όνομα των συγκυρίων οι οποίοι είναι πρόθυμοι να προχωρήσουν στην αγορά, τη μερίδα του πωλητή κατά την αναλογία την οποία έχουν οι μερίδες αυτών μεταξύ τους. Ο Διευθυντής, μετά από αυτά επιφέρει τις κατάλληλες αναπροσαρμογές και επιστροφές του ποσού που κατατέθηκε στα πρόσωπα που δικαιούνται σε αυτά».

Σύμφωνα με το άρθρο 25.3:

«Αν η ενέργεια που απαιτείται από την παράγραφο (α) ή, ανάλογα με την περίπτωση, η ενέργεια που απαιτείται από την παράγραφο (β) του εδαφίου (1) δεν ληφθεί και δεν προσαχθεί στο Διευθυντή απόδειξη γι’ αυτή εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των εξήντα ημερών από την ημερομηνία της δήλωσης πώλησης, η δήλωση ακυρώνεται από το Διευθυντή και θεωρείται ότι δεν έγινε, και ακολούθως δίνεται γνωστοποίηση της ακύρωσης από το Διευθυντή στον πωλητή και στο σκοπούμενο αγοραστή που φαίνεται στη δήλωση»

Όπως προκύπτει απο τα πιο πάνω, για να γίνει μεταβίβαση του μεριδίου σε τρίτο πρόσωπο που δέν αποτελεί συγκύριο χρειάζεται να προσκομιστούν στο Κτηματολόγιο τα ακόλουθα έγγραφα:

Α. Δήλωση απο τον προτιθέμενο πωλητή να πωλήσει το μερίδιο του, και

Β. Δηλώσεις απο τους άλλους εγγεγραμμένους  συγκύριους ότι δεν επιθυμούν να αγοράσουν τη μερίδα αυτή στην τιμή στην οποία πωλείται (αυτές θα πρέπει να καταχωρηθούν εντός 60 ημερών απο την Δήλωση πώλησης).

 Σε αντίθετη περίπτωση, ο σκοπούμενος αγοραστής θα πρέπει να δημοσιεύσει τη σκοπούμενη πώληση του μεριδίου σε τέτοιο τύπο και σε τέτοια εφημερίδα ή εφημερίδες όπως ο Διευθυντής[2]  ήθελε απαιτήσει ή να την φέρει σε γνώση των άλλων συνιδιοκτητών αυτής με επίδοση έγγραφης ειδοποίησης σε τέτοιο τύπο όπως ο Διευθυντής ήθελε ορίσει (εντός 60 ημερών) και εάν εντός 30 ημερών (απο την κοινοποίηση/δημοσίευση) κανένας εγγεγραμμένος συγκύριος δέν απευθυνθεί για να αγοράσει την μερίδα αυτή (εάν απευθυνθεί τότε εγγράφεται αυτός ως ιδιοκτήτης του μεριδίου), τότε δύναται να γίνει η μεταβίβαση στο τρίτο πρόσωπο και ο σκοπούμενος αγοραστής εγγράφεται κανονικά ως αγοραστής του πωληθέντος μεριδίου.

 Σε περίπτωση που η σύμβαση πώλησης στο τρίτο πρόσωπο έγινε πολύ πρίν την δήλωση πώλησης του πωλητή του μεριδίου που καταχωρείται στο Κτηματολόγιο, τότε  πιθανώς να έχει αυξηθεί η αξία της περιουσίας απο την τιμή πώλησης του πωλητηρίου εγγράφου.

Σε τέτοια περίπτωση, το άρθρο 25 (6) του Κεφ. 224 προνοεί ότι ο αγοραστής μπορεί να προβεί σε σχετική δήλωση στο Κτηματολόγιο και εαν οποιοσδήποτε συγκύριος επιθυμεί, δύναται να  αγοράσει το πωλούμενο μερίδιο. Ο συνιδιοκτήτης που επιθυμεί το μερίδιο θα προχωρήσει στην κατάθεση στο Κτηματολόγιο εντός της προθεσμίας των 30 ημερών (απο την δημοσίευση/επίδοση γνωστοποίησης του προτιθέμενου αγοραστή), του τιμήματος πωλήσεως που αναφέρεται στην δήλωση πώλησης που έγινε στο Κτηματολόγιο και θα αποταθεί στο Δικαστήριο για να καθορίσει το Δικαστήριο το επιπρόσθετο τίμημα που θα πρέπει να πληρωθεί.

Συγκεκριμένα το άρθρο 25.6 προνοεί τα εξής:

«6) Για τους σκοπούς του άρθρου αυτού όπου το πρόσωπο που φαίνεται στη δήλωση μεταβίβασης ως σκοπούμενος αγοραστής πιστεύει ότι το τίμημα πώλησης που συμφωνήθηκε και δηλώθηκε δεν αντιπροσωπεύει την αξία της μερίδας της ακίνητης ιδιοκτησίας κατά την ημέρα της δήλωσης μεταβίβασης λόγω αύξησης της αξίας της ακίνητης ιδιοκτησίας για την οποία πρόκειται, από την ημερομηνία κατά την οποία συμφωνήθηκε η πώληση, αυτός δύναται με γραπτή αίτηση προς το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο κατά την ημέρα της μεταβίβασης να απαιτήσει όπως οποιοσδήποτε εγγεγραμμένος συγκύριος ήθελε ασκήσει το δικαίωμα απόκτησης της μερίδας που μεταβιβάστηκε, καταβάλει το ποσό εκείνο το οποίο κατά τη γνώμη του αντιπροσωπεύει την αξία της μερίδας που μεταβιβάστηκε κατά την ημερομηνία της μεταβίβασης. Η απαίτηση του αυτή αναφέρεται στη δυνάμει του εδαφίου (2) του άρθρου αυτού προβλεπόμενη δημοσίευση ή γνωστοποίηση προς τον άλλο συγκύριο, ανάλογα με την περίπτωση. Ακολούθως οποιοσδήποτε εγγεγραμμένος συγκύριος ήθελε ασκήσει το δικαίωμα απόκτησης της μερίδας που μεταβιβάστηκε οφείλει εντός της προθεσμίας των τριάντα ημερών που προβλέπεται από το εδάφιο (2) να καταθέσει στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο την αξία που απαιτείται από το σκοπούμενο αγοραστή και τα νενομισμένα δικαιώματα μεταβίβασης, ή να καταθέσει στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο την τιμή που φαίνεται στη δήλωση στην οποία πωλείται η μερίδα του πωλητή μαζί με τα νενομισμένα δικαιώματα μεταβίβασης και να αποταθεί στο Δικαστήριο, εντός της προθεσμίας που προαναφέρθηκε, για τον καθορισμό του ποσού οποιασδήποτε επιπρόσθετης αξίας που πρέπει να καταβληθεί επιδίδοντας στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο αντίγραφο της αίτησης του αυτής προς το Δικαστήριο:Νοείται ότι το εδάφιο αυτό εφαρμόζεται όταν η δήλωση μεταβίβασης γίνεται αποδεκτή μετά πάροδο τουλάχιστον έξι μηνών από την ημερομηνία κατά την οποία συμφωνήθηκε η πώληση, αντίγραφο δε της σύμβασης πώλησης έχει κατατεθεί στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο δυνάμει του περί Πώλησης Γης (Ειδική Εκτέλεση) Νόμου».

Σε περίπτωση που δέν δύναται να γίνει πώληση σε τρίτο πρόσωπο ή/και σε συνιδιοκτήτη αλλα ούτε και δισχωρισμός της γής σύμφωνα με την νομοθεσία, οποιοσδήποτε συγκύριος δύναται να απευθυνθεί στο Κτηματολόγιο για να λάβει πιστοποιητικό που να αναφέρει ότι ο διαχωρισμός της ιδιοκτησίας είναι αδύνατος και ο συγκύριος αυτός, αφού εφοδιαστεί με το πιστοποιητικό αυτό θα πρέπει να επιδώσει ειδοποίηση στους άλλους συγκύριους στην Κύπρο (μαζί με αντίγραφο του πιστοποιητικού αυτού) πληροφορώντας αυτούς ότι, εκτός αν εντός τριάντα ημερών από την επίδοση δυνηθούν να συμφωνήσουν σε διευθέτηση με την οποία η ιδιοκτησία θα εκχωρηθεί σε ένα πρόσωπο, θα ζητήσει από το Διευθυντή να θέσει την ιδιοκτησία προς πώληση με πλειστηριασμό.

Σε τέτοια περίπτωση αφού αφαιρέθούν οι δαπάνες της πώλησης αυτής, τα κέρδη θα διανεμηθουν μεταξύ των προσώπων που δικαιούνται στην γή συμφώνα με τα αντίστοιχα δικαιώματα αυτών πάνω στην ιδιοκτησία

Τα πιο πάνω δέν αποτελούν νομική συμβουλή.


[1] Άρθρο 46 του  περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου (ΚΕΦ.195).
[2]  Σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος (ΚΕΦ.224)
«”Διευθυντής” σημαίνει το Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και περιλαμβάνει οποιοδήποτε λειτουργό που διορίζεται από το Διευθυντή για όλους ή οποιοδήποτε από τους σκοπούς του Νόμου αυτού είτε γενικά είτε για οποιοδήποτε συγκεκριμένο σκοπό·

Ευθύνη της Δημοκρατίας για περιπτώσεις Υπέρμετρης Χρήσης βίας από αστυνομικούς.

Σύμφωνα με το άρθρο 172 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Δημοκρατία ευθύνεται για κάθε ζημιογόνα ή άδικη πράξη ή παράλειψη των υπαλλήλων ή των αρχών της Δημοκρατίας η οποία λαμβάνει χώρα κατά την άσκηση των καθηκόντων τους ή κατ’ επίκληση της ασκήσεως των καθηκόντων τους.

Σύμφωνα με την κυπριακή νομολογία  η Δημοκρατία ευθύνεται στη βάση του Άρθρου 172 του Συντάγματος, όταν πληρούνται σωρευτικά τα ακόλουθα:

(βλέπετε  Georgiou v. Attorney General (1982) 1 C.L.R. 938και Alexandrou v. Attoreny General (1983) 1 C.L.R. 41)

(α) υπάρχει άδικη πράξη ή παράλειψη (άδικη είναι η πράξη η οποία έχει διαπραχθεί χωρίς εξουσιοδότηση από τον νόμο),

(β) η άδικη πράξη ή η παράλειψη θα πρέπει να έχει προκαλέσει ζημιά,

και

(γ) η ζημιογόνος πράξη έχει τελεστεί κατα την άσκηση των καθηκόντων του υπαλλήλου του κράτους ή κατ’ επίκληση της άσκησης των καθηκόντων του.

Σύμφωνα με το άρθρο 7 του Συντάγματος, όλοι μας έχουμε δικαίωμα στην ζωή και στην προστασία της σωματικής μας ακεραιότητας.

Τονίζεται ότι οι αστυνομικοί, οι οποίοι έχουν  μεταξύ άλλων την ευθύνη επιβολής του νόμου και της τάξης καθώς της και δίωξης των παρανομούντων, δεν θα πρέπει σε καμία περίπτωση να καταχράζονται την εξουσία που τους δόθηκε για αυτό τον σκοπό και να ασκούν υπέρμετρη ή/και δυσανάλογη βία.  Οποιαδήποτε υπέρμετρη χρήση βίας η οποία προκαλεί πραγματική ή βαριά σωματική βλάβη αποτελεί κακούργημα βάσει του Ποινικού Κώδικα ενώ επίσης αποτελεί επίθεση σύμφωνα με το άρθρο 26 του Περι Αστικών Αδικημάτων Νόμου, ώς έχει τροποποιηθεί.[1]

Σύμφωνα με το άρθρο 9 του περί Ποινικής Δικονομίας Νόμου (ΚΕΦ.155), ώς έχει τροποποιηθεί:

«9.-(1) Κατά τη σύλληψη, ο αστυνομικός ή άλλο πρόσωπο που προβαίνει σε αυτή, πρέπει πράγματι να αγγίξει το άτομο που θα συλληφθεί ή να περιορίσει αυτό, εκτός αν υπάρξει με λόγια ή με έργα υποταγή στην κράτηση. (2) Αν το πρόσωπο που θα συλληφθεί βίαια αντιστέκεται στην προσπάθεια σύλληψης του ή αποπειράται να διαφύγει αυτήν, ο αστυνομικός ή άλλο πρόσωπο που προβαίνει στη σύλληψη δύναται να χρησιμοποιήσει όλα τα αναγκαία μέσα προς επίτευξη αυτής: Νοείται ότι καμιά διάταξη που περιέχεται στο άρθρο αυτό δεν θεωρείται ότι δικαιολογεί τη χρήση βίας μεγαλύτερης από αυτή που απαιτείται εύλογα υπό τις περιστάσεις υπό τις οποίες χρησιμοποιήθηκε ή από αυτή που ήταν αναγκαία για τη σύλληψη του υπαίτιου. (3) Εκτός αν το πρόσωπο που συλλαμβάνεται, συλλαμβάνεται επί αυτοφώρω ή καταδιώκεται αμέσως μετά τη διάπραξη ποινικού αδικήματος ή αποδρά από νόμιμη κράτηση, ο αστυνομικός ή άλλο πρόσωπο που προβαίνει στη σύλληψη πληροφορεί αυτό για το λόγο της σύλληψης».[2]

Εν όψει των πιο πάνω, σημειώνεται ότι η χρήση βίας μεγαλύτερης απο αυτή που απαιτείται εύλογα υπο τις περιστάσεις για σκοπούς σύλληψης ατόμου δέν επιτρέπεται και συνιστά άδικη πράξη για τους σκοπούς του άρθρου 172 του Συντάγματος και εφόσον έχει διαπραχθεί απο τον αστυνομικό κατά την εκτέλεση ή/και στα πλαίσια των καθηκόντων του και έχει προκαλέσει ζημιά στο πρόσωπο που δέχτηκε βία, συνιστά αδίκημα για το οποίο η Δημοκρατία φέρει ευθύνη.

Σε τέτοιες περιπτώσεις, τα άτομα αυτά δύνανται να ζητήσουν αποζημιώσεις για την ζημιά που έχουν υποστεί (ειδικές αποζημιώσεις για το κόστος αποκατάστασης π.χ χειρουργείου και για τυχόν απώλεια εισοδημάτων και γενικές αποζημιώσεις για ψυχολογική βλάβη όπως μετατραυματικό στρές κτλ. Αναλόγως της περίπτωσης δύναται επίσης να επιδικαστούν τιμωρητικές αποζημιώσεις).[3]

(βλέπετε Νεοφύτου ν. Γενικού ΕισαγγελέαECLI:CY:AD:2019:A212, Πολιτική Έφεση αρ. 503/2012, ημερομηνίας 31 Μαΐου 2019, όπου ο εφεσείοντας κακοποιήθηκε από αστυνομικούς).

Τα πιο πάνω είναι πληροφοριακού χαρακτήρα και δέν αποτελούν νομική συμβουλή.


[1] Σύμφωνα με το άρθρο 231 του Περι Ποινικού Κώδικα Νόμου, ώς έχει τροποποιηθεί:

«Όποιος προκαλεί παράνομα βαριά σωματική βλάβη σε άλλο είναι ένοχος κακουργήματος και υπόκειται σε φυλάκιση επτά χρόνων ή σε χρηματική ποινή ή και στις δύο αυτές ποινές».

Σύμφωνα με το άρθρο 243 του Περι Ποινικού Κώδικα Νόμου, ώς έχει τροποποιηθεί:

«Όποιος διαπράττει επίθεση που προκαλεί πραγματική σωματική βλάβη, είναι ένοχος πλημμελήματος και υπόκειται σε φυλάκιση τριών χρόνων».

[2]  Η έμφαση είναι δική μου.

[3] Στην υπόθεση Τσίβικου ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, Πολιτική Έφεση  αρ. 350/2011, ημερ. 29 Μαΐου 2018,  τέσσερις αστυνομικοί επιτέθηκαν στον εφεσείοντα και του προκάλεσαν διάφορες σωματικές βλάβες, αφήνοντας ως μόνιμο κατάλοιπο τις εμβοές και την βαρηκοΐα, ενώ υπήρχαν και υπολείμματα ψυχοπαθολογικής σημειολογίας και υπολείμματα μετατραυματικού συνδρόμου. Η Δημοκρατία είχε παραδεχθεί ευθύνη καθότι ο εφεσείων είχε ανυποψίαστα δεχθεί σοβαρή επίθεση από τα αστυνομικά όργανα. Το Ανώτατο Δικαστήριο, τονισε πως στην συγκεκριμένη περίπτωση η επιδίκαση τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων ήταν ενδεδειγμένη, δεδομένου του ότι ένας πολίτης ανυποψίαστα δέχθηκε σοβαρή επίθεση από τέσσερα αστυνομικά όργανα.

Αποστολή προσωπικών δεδομένων σε λάθος παραλήπτες. Αντιμετώπιση.

Κατά την διάρκεια της άσκησης των εργασιακών μας καθηκόντων οφείλουμε να ενεργούμε υπεύθυνα, με επαγγελματισμό και να είμαστε προσεκτικοί, ειδικότερα δέ όσον αφορά τον χειρισμό και την επεξεργασία   δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα.

Είναι γεγονός ότι με την έλευση του Γενικού Κανονισμού Προστασίας Δεδομένων (ΕΕ) 2016/679 (στο εφεξής ο «Κανονισμός»), όλοι μας έχουμε γίνει ακόμη πιο προσεκτικόι όσον αφορά την επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. Όμως, παρόλα αυτά, είμαστε άνθρωποι και πολλές φορές λόγω της βιασύνης μας, της πίεσης και της έντασης στην εργασία, μπορεί να προβούμε σε κάποιο λάθος.

Τι συμβαίνει  στην περίπτωση που έχουμε αποστείλει μήνυμα (μέσω τηλεμοιτύπου ή/και μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ή/και ταχυδρομείου ή/και ταχυμεταφορά)  το οποίο περιέχει δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε λάθος παραλήπτη;

Είναι δεδομένο ότι όταν είμαστε οι  παραλήπτες τέτοιων μηνυμάτων, η κατάσταση είναι πιο εύκολη και διαχειρίσιμη για εμάς, εφόσον, αν είμαστε ευσυνείδητα άτομα με κατανόηση, θα προβούμε σε άμεση διαγραφή του μηνύματος αφού επιβεβαιωθούμε οτι δεν μας αφορά και το θέμα θα λήξει εκεί.

Τι συμβαίνει όμως  στην περίπτωση όπου εμείς είμαστε αυτοί που κάνουμε  το λάθος;  

Σε τέτοια περίπτωση είναι φυσικό και αναμενόμενο να μας καταβάλουν συναισθήματα πανικού, φόβου και άγχους, εφόσον ένα κατά τα άλλα μικρό, ακούσιο/μή ηθελημένο λάθος, μια απροσεξία της στιγμής (π.χ ένα λάθος ψηφίο σε ένα αριθμό τηλεμοιοτύπου ή μια λανθασμένη επιλογή παραλήπτη από το βιβλίο διευθύνσεών του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου), πιθανώς να έχει σοβαρές επιπτώσεις  τόσο για το  Υποκείμενο των Δεδομένων όσο και για εμάς και την επιχείρηση ή/και οργανισμό όπου εργαζόμαστε.

Σε τέτοια περίπτωση σημειώνεται ότι εάν το μήνυμα έχει ήδη σταλεί, και δεν υπάρχει η δυνατότητα της ανάκλησης του (recall message), τότε αυτό που πρέπει να κάνουμε είναι με ψυχραιμία και χωρίς πανικό να επικοινωνήσουμε άμεσα με τον παραλήπτη  του μηνύματος (μόλις αντιληφθούμε το λάθος), να απολογηθούμε, να του εξηγήσουμε ότι έγινε λάθος και να ζητήσουμε την άμεση διαγραφή του μηνύματος, ώστε να αποκλείσουμε την πιθανότητα περαιτέρω διασποράς των δεδομένων αυτών σε άλλα πρόσωπα.

Είναι επίσης σημαντικό να μιλήσουμε στον υπέυθυνο προστασίας δεδομένων του γραφείου (DPO) (άν υπάρχει), στο αφεντικό μας και σε συναδέλφους μας  ώστε να υπάρχει διαφάνεια και να είναι  ενήμεροι για το περιστατικό.

Στην συνέχεια, θα πρέπει να γίνει μία  έγγραφη αξιολόγηση των κινδύνων που ενέχει η παράβαση αυτή στα δικαιώματα και στις ελευθερίες του Υποκειμένου Δεδομένων.

Κατα την αξιολόγηση αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψιν ο αριθμός των υποκειμένων δεδομένων των οποίων τα προσωπικά δεδομένα έχουν παραβιαστεί, ο αριθμός των παραληπτών (π.χ είναι διαφορετικό να στάλθηκαν σε ένα πρόσωπο και διαφορετικό να στάλθηκαν σε πολλούς ή/και να δημοσιοποιήθηκαν), το είδος των προσωπικών δεδομένων (εάν αυτά είναι ευαίσθητα πιθανώς να οδηγήσουν σε  διάκριση εναντίον του Υποκειμένου π.χ λόγω των πολιτικών του απόψεων ή/και της σεξουαλικής του προτίμησης ή/και της συμμετοχής του σε συνδικαλιστική οργάνωση και άρα πιθανόν να  θέτουν σε κίνδυνο τα δικαιώματα και τις ελευθερίες του).

Η αιτιολογική σκέψη υπ’ αριθμόν 75 του Κανονισμού προνοεί τα εξής:

«The risk to the rights and freedoms of natural persons, of varying likelihood and severity, may result from personal data processing which could lead to physical, material or non-material damage, in particular: where the processing may give rise to discrimination, identity theft or fraud, financial loss, damage to the reputation, loss of confidentiality of personal data protected by professional secrecy, unauthorised reversal of pseudonymisation, or any other significant economic or social disadvantage; where data subjects might be deprived of their rights and freedoms or prevented from exercising control over their personal data; where personal data are processed which reveal racial or ethnic origin, political opinions, religion or philosophical beliefs, trade union membership, and the processing of genetic data, data concerning health or data concerning sex life or criminal convictions and offences or related security measures; where personal aspects are evaluated, in particular analysing or predicting aspects concerning performance at work, economic situation, health, personal preferences or interests, reliability or behaviour, location or movements, in order to create or use personal profiles; where personal data of vulnerable natural persons, in particular of children, are processed; or where processing involves a large amount of personal data and affects a large number of data subjects».

Σε περίπτωση που από το περιστατικό ενδέχεται να προκληθεί κίνδυνος στα δικαιώματα και τις ελευθερίες των προσώπων τα οποία αυτό αφορά, οι υπεύθυνοι επεξεργασίας  οφείλουν να γνωστοποιήσουν το εν λόγω περιστατικό στην Εποπτική  Αρχή εντός 72 ωρών απο τότε που έλαβαν γνώση της παράβασης (άρθρο 33 του Κανονισμού).

Εάν όμως απο την αξιολόγηση  προκύπτει ότι  απο την παράβαση δέν υπόκεινται σε κάποιο κίνδυνο τα δικαιώματα και  οι ελευθερίες των υποκείμενων δεδομένων, τότε δέν χρειάζεται να ειδοποιηθεί η Εποπτική Αρχή.

Το άρθρο 33 του Κανονισμού προνοεί τα εξής:

«1. Σε περίπτωση παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ο υπεύθυνος επεξεργασίας γνωστοποιεί αμελλητί και, αν είναι δυνατό, εντός 72 ωρών από τη στιγμή που αποκτά γνώση του γεγονότος την παραβίαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στην εποπτική αρχή που είναι αρμόδια σύμφωνα με το άρθρο 55, εκτός εάν η παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα δεν ενδέχεται να προκαλέσει κίνδυνο για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων. Όταν η γνωστοποίηση στην εποπτική αρχή δεν πραγματοποιείται εντός 72 ωρών, συνοδεύεται από αιτιολόγηση για την καθυστέρηση. 2. Ο εκτελών την επεξεργασία ενημερώνει τον υπεύθυνο επεξεργασίας αμελλητί, μόλις αντιληφθεί παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα. 3. Η γνωστοποίηση που αναφέρεται στην παράγραφο 1 κατ’ ελάχιστο: α) περιγράφει τη φύση της παραβίασης δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, συμπεριλαμβανομένων, όπου είναι δυνατό, των κατηγοριών και του κατά προσέγγιση αριθμού των επηρεαζόμενων υποκειμένων των δεδομένων, καθώς και των κατηγοριών και του κατά προσέγγιση αριθμού των επηρεαζόμενων αρχείων δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, β) ανακοινώνει το όνομα και τα στοιχεία επικοινωνίας του υπευθύνου προστασίας δεδομένων ή άλλου σημείου επικοινωνίας από το οποίο μπορούν να ληφθούν περισσότερες πληροφορίες, γ) περιγράφει τις ενδεχόμενες συνέπειες της παραβίασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, δ) περιγράφει τα ληφθέντα ή τα προτεινόμενα προς λήψη μέτρα από τον υπεύθυνο επεξεργασίας για την αντιμετώπιση της παραβίασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, καθώς και, όπου ενδείκνυται, μέτρα για την άμβλυνση ενδεχόμενων δυσμενών συνεπειών της. 4. Σε περίπτωση που και εφόσον δεν είναι δυνατόν να παρασχεθούν οι πληροφορίες ταυτόχρονα, μπορούν να παρέχονται σταδιακά χωρίς αδικαιολόγητη καθυστέρηση. 5. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας τεκμηριώνει κάθε παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, που συνίστανται στα πραγματικά περιστατικά που αφορούν την παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, τις συνέπειες και τα ληφθέντα διορθωτικά μέτρα. Η εν λόγω τεκμηρίωση επιτρέπει στην εποπτική αρχή να επαληθεύει τη συμμόρφωση προς το παρόν άρθρο»

Η γνωστοποίηση στην Εποπτική Αρχή θα πρέπει να περιέχει συγκεκριμένες πληροφορίες (π.χ. φύση/έκταση του περιστατικού, κατηγορίες προσώπων που επλήγησαν, αιτία και συνέπειες αυτού, ενέργειες που έγιναν προς αντιμετώπισή του, κ.ά.).

Επίσης, σε περίπτωση που οι παραβιάσεις είναι υψηλού βαθμού επικινδυνότητας  (δηλαδή ενδέχεται να θέσουν σε υψηλό  κίνδυνο το υποκείμενο) τότε θα πρέπει να ενημερώνεται και το Υποκείμενο των Δεδομένων, χωρίς καθυστέρηση (άρθρο 34 Κανονισμού).

Το άρθρο 34 του Κανονισμού προνοεί τα εξής.

«1. Όταν η παραβίαση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα ενδέχεται να θέσει σε υψηλό κίνδυνο τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των φυσικών προσώπων, ο υπεύθυνος επεξεργασίας ανακοινώνει αμελλητί την παραβίαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο υποκείμενο των δεδομένων. 2. Στην ανακοίνωση στο υποκείμενο των δεδομένων η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου περιγράφεται με σαφήνεια η φύση της παραβίασης των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και περιέχονται τουλάχιστον οι πληροφορίες και τα μέτρα που αναφέρονται στο άρθρο 33 παράγραφος 3 στοιχεία β), γ) και δ). 3. Η ανακοίνωση στο υποκείμενο των δεδομένων η οποία αναφέρεται στην παράγραφο 1 δεν απαιτείται, εάν πληρείται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) ο υπεύθυνος επεξεργασίας εφάρμοσε κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα προστασίας, και τα μέτρα αυτά εφαρμόστηκαν στα επηρεαζόμενα από την παραβίαση δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, κυρίως μέτρα που καθιστούν μη κατανοητά τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα σε όσους δεν διαθέτουν άδεια πρόσβασης σε αυτά, όπως η κρυπτογράφηση, β) ο υπεύθυνος επεξεργασίας έλαβε στη συνέχεια μέτρα που διασφαλίζουν ότι δεν είναι πλέον πιθανό να προκύψει ο αναφερόμενος στην παράγραφο 1 υψηλός κίνδυνος για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες των υποκειμένων των δεδομένων, γ) προϋποθέτει δυσανάλογες προσπάθειες. Στην περίπτωση αυτή, γίνεται αντ’ αυτής δημόσια ανακοίνωση ή υπάρχει παρόμοιο μέτρο με το οποίο τα υποκείμενα των δεδομένων ενημερώνονται με εξίσου αποτελεσματικό τρόπο. 4. Εάν ο υπεύθυνος επεξεργασίας δεν έχει ήδη ανακοινώσει την παραβίαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα στο υποκείμενο των δεδομένων, η εποπτική αρχή μπορεί, έχοντας εξετάσει την πιθανότητα επέλευσης υψηλού κινδύνου από την παραβίαση των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, να του ζητήσει να το πράξει ή μπορεί να αποφασίσει ότι πληρούται οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στην παράγραφο 3.»

Σε κάθε περίπτωση τονίζεται ότι όσον αφορά τον Κανονισμό η πρόληψη είναι η καλύτερη θεραπεία.

Τα πιο πάνω δέν αποτελούν νομική συμβουλή.

Χρήση CCTV και Γενικός Κανονισμός Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων.

Είναι γεγονός ότι πολλά πράγματα έχουν αλλάξει σε σχέση με την τοποθέτηση ή/και εγκατάσταση καμερών ασφαλείας απο τις 25 Μαίου 2018, όπου και τέθηκε σε ισχύ ο Γενικός Κανονισμός Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων (ΕΕ) 2016/679 (ο «Κανονισμός»).

Ο  Κανονισμός, απο την πιο πάνω ημερομηνία δεσμεύει όλα τα κράτη μέλη της ‘Ενωσης, συμπεριλαμβανομένης και της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Ο Κανονισμός εφαρμόζεται μεταξύ άλλων και στην παρακολούθηση μέσω κάμερας  φυσικών προσώπων εφόσον οι πληροφορίες που αφορούν ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο[1] αποτελούν προσωπικά δεδομένα σύμφωνα με τον Κανονισμό (βλέπετε άρθρο 2 του Κανονισμού).

Δεδομένου ότι οι φωτογραφίες και τα βίντεο δυνατόν να οδηγήσουν σε εξακρίβωση της ταυτότητας προσώπων μέσω άλλων επιπρόσθετων στοιχείων (ή αν τα πρόσωπα αυτά είναι γνωστά, τότε το υλικό απο μόνο του αφορά ταυτοποιημένο πρόσωπο), τα δεδομένα αυτά αποτελούν προσωπικά δεδομένα και τυγχάνουν της προστασίας του Κανονισμού σε σχέση με την δυνατότητα και τον τρόπο επεξεργασίας τους.

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Κανονισμού:

«επεξεργασία κάθε πράξη ή σειρά πράξεων που πραγματοποιείται με ή χωρίς τη χρήση αυτοματοποιημένων μέσων, σε δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα ή σε σύνολα δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, όπως η συλλογή, η καταχώριση, η οργάνωση, η διάρθρωση, η αποθήκευση, η προσαρμογή ή η μεταβολή, η ανάκτηση, η αναζήτηση πληροφοριών, η χρήση, η κοινολόγηση με διαβίβαση».

Εν όψει των πιο πάνω, σημειώνεται ότι η παρακολούθηση μέσω κάμερας αποτελεί επεξεργασία δεδομένων, όπως και η αποθήκευση του υλικού και η κοινολόγηση με διαβίβαση αυτού.

Στην υπόθεση  Ryneš v Úřad pro ochranu osobních údajů (C-212/13) το  Ευρωπαικό Δικαστήριο ανέφερε τα εξής:

«η παρακολούθηση με κάμερα ασφαλείας εμπίπτει, κατ’ αρχήν, στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας αυτής στον βαθμό που αποτελεί αυτοματοποιημένη επεξεργασία. Η παρακολούθηση που πραγματοποιείται με βιντεοσκόπηση προσώπων, όπως στην υπόθεση της κύριας δίκης, και η οποία αποθηκεύεται σε μέσο συνεχούς ροής, δηλαδή σε σκληρό δίσκο, συνιστά, κατά το άρθρο 3, παράγραφος 1, της οδηγίας 95/46, αυτοματοποιημένη επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα»

 Προυποθέσεις της επεξεργασίας σύμφωνα με τον Κανονισμό.

Για την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων θα πρέπει να υφίσταται μία νόμιμη βάση επεξεργασίας σύμφωνα με τις πρόνοιες του Κανονισμού.

  1. Ύπαρξη νόμιμης βάσης επεξεργασίας.

Οι νόμιμες βάσεις επεξεργασίας προβλέπονται στο άρθρο 6 του Κανονισμού, το οποίο προνοεί τα εξής:

«1. Η επεξεργασία είναι σύννομη μόνο εάν και εφόσον ισχύει τουλάχιστον μία από τις ακόλουθες προϋποθέσεις: α) το υποκείμενο των δεδομένων έχει συναινέσει στην επεξεργασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του για έναν ή περισσότερους συγκεκριμένους σκοπούς, β) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκτέλεση σύμβασης της οποίας το υποκείμενο των δεδομένων είναι συμβαλλόμενο μέρος ή για να ληφθούν μέτρα κατ’ αίτηση του υποκειμένου των δεδομένων πριν από τη σύναψη σύμβασης, γ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη συμμόρφωση με έννομη υποχρέωση του υπευθύνου επεξεργασίας, δ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τη διαφύλαξη ζωτικού συμφέροντος του υποκειμένου των δεδομένων ή άλλου φυσικού προσώπου, ε) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για την εκπλήρωση καθήκοντος που εκτελείται προς το δημόσιο συμφέρον ή κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας που έχει ανατεθεί στον υπεύθυνο επεξεργασίας, στ) η επεξεργασία είναι απαραίτητη για τους σκοπούς των έννομων συμφερόντων που επιδιώκει ο υπεύθυνος επεξεργασίας ή τρίτος, εκτός εάν έναντι των συμφερόντων αυτών υπερισχύει το συμφέρον ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων που επιβάλλουν την προστασία των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, ιδίως εάν το υποκείμενο των δεδομένων είναι παιδί» (η υπογράμμιση είναι δική μου).

Μια συχνά επικαλούμενη νόμιμη βάση παρακολούθησης μέσω κάμερας για τους ιδιοκτήτες καταστημάτων ή/και άλλων επιχειρήσεων είναι η προστασία των δικών τους έννομων συμφερόντων (legitimate interests).

2. Συμμόρφωση με τις αρχές επεξεργασίας 

Περαιτέρω, ακόμη και εάν υφίσταται μια νόμιμη βάση επεξεργασίας σύμφωνα με το άρθρο 6 του Κανονισμού, ο υπεύθυνος επεξεργασίας οφείλει επιπρόσθετα να συμμορφωθεί με τις αρχές που διέπουν την επεξεργασία προσωπικών δεδομένων σύμφωνα με τον Κανονισμό  (π.χ data minimization, purpose limitation, transparency).

Το άρθρο 5 του Κανονισμού προνοεί τα εξής:

«1. Τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα: α) υποβάλλονται σε σύννομη και θεμιτή επεξεργασία με διαφανή τρόπο σε σχέση με το υποκείμενο των δεδομένων («νομιμότητα, αντικειμενικότητα και διαφάνεια»), β) συλλέγονται για καθορισμένους, ρητούς και νόμιμους σκοπούς και δεν υποβάλλονται σε περαιτέρω επεξεργασία κατά τρόπο ασύμβατο προς τους σκοπούς αυτούς· η περαιτέρω επεξεργασία για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον ή σκοπούς επιστημονικής ή ιστορικής έρευνας ή στατιστικούς σκοπούς δεν θεωρείται ασύμβατη με τους αρχικούς σκοπούς σύμφωνα με το άρθρο 89 παράγραφος 1 («περιορισμός του σκοπού»), γ) είναι κατάλληλα, συναφή και περιορίζονται στο αναγκαίο για τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία («ελαχιστοποίηση των δεδομένων»), δ) είναι ακριβή και, όταν είναι αναγκαίο, επικαιροποιούνται· πρέπει να λαμβάνονται όλα τα εύλογα μέτρα για την άμεση διαγραφή ή διόρθωση δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα τα οποία είναι ανακριβή, σε σχέση με τους σκοπούς της επεξεργασίας («ακρίβεια)…ε) διατηρούνται υπό μορφή που επιτρέπει την ταυτοποίηση των υποκειμένων των δεδομένων μόνο για το διάστημα που απαιτείται για τους σκοπούς της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα· τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα μπορούν να αποθηκεύονται για μεγαλύτερα διαστήματα, εφόσον τα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα θα υποβάλλονται σε επεξεργασία μόνο για σκοπούς αρχειοθέτησης προς το δημόσιο συμφέρον, για σκοπούς επιστημονικής ή ιστορικής έρευνας ή για στατιστικούς σκοπούς, σύμφωνα με το άρθρο 89 παράγραφος 1 και εφόσον εφαρμόζονται τα κατάλληλα τεχνικά και οργανωτικά μέτρα που απαιτεί ο παρών κανονισμός για τη διασφάλιση των δικαιωμάτων και ελευθεριών του υποκειμένου των δεδομένων («περιορισμός της περιόδου αποθήκευσης»), στ) υποβάλλονται σε επεξεργασία κατά τρόπο που εγγυάται την ενδεδειγμένη ασφάλεια των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα, μεταξύ άλλων την προστασία τους από μη εξουσιοδοτημένη ή παράνομη επεξεργασία και τυχαία απώλεια, καταστροφή ή φθορά, με τη χρησιμοποίηση κατάλληλων τεχνικών ή οργανωτικών μέτρων («ακεραιότητα και εμπιστευτικότητα»). 2. Ο υπεύθυνος επεξεργασίας φέρει την ευθύνη και είναι σε θέση να αποδείξει τη συμμόρφωση με την παράγραφο 1 («λογοδοσία»)» (η υπογράμμιση είναι δική μου).

 Για να υπάρξει συμμόρφωση με την αρχή του περιορισμού των δεδομένων που συλλέγονται σε σχέση με τους σκοπούς για τους οποίους υποβάλλονται σε επεξεργασία, θα πρέπει ο επεξεργαστής των δεδομένων να μήν τοποθετεί τις κάμερες  σε χώρους πέραν του αναγκαίου. (π.χ να μήν τοποθετεί κάμερες σε ασανσέρ αλλά να τοποθετεί μόνο στην είσοδο ή/και στο εσωτερικό του καταστήματος και να μήν βιντεοσκοπεί πεζοδρόμια και δρόμους ή/και εισόδους γειτονικών σπιτιών και καταστημάτων).

Στην υπόθεση Rynes v Urad pro ochranu osobnich udaju (C-212/13) ιδιώτης, για σκοπούς προστασίας από κλοπές, εγκατέστησε σύστημα κάμερας ασφαλείας στην είσοδο του σπιτιού του το οποίο αποθήκευε ταυτόχρονα το υλικό σε σκληρό δίσκο. Η κάμερα πέρα απο την είσοδο βιντεοσκοπούσε και πεζοδρόμιο (public footpath) καθώς και την είσοδο του απέναντι σπιτιού.

Ένα βράδυ ένα παράθυρο στο σπίτι του έσπασε από πυροβολισμό. Το βιντεοσκοπημένο υλικό δόθηκε στην αστυνομία για σκοπούς διερεύνησης και σύλληψης των δραστών. Με βάση το υλικό εντοπίστηκαν οι 2 δράστες οι οποίοι στην συνέχεια καταδικάστηκαν. Ωστόσο ένας από τους δράστες προέβαλε στο εθνικό Δικαστήριο της Τσεχίας ότι η επεξεργασία των δεδομένων δεν ήταν νόμιμη. Το εθνικό Δικαστήριο έκρινε ότι ο κύριος Rynes (ο ιδιοκτήτης) παραβίασε τους κανόνες προστασίας προσωπικών δεδομένων και του επέβαλε πρόστιμο. Το δικαστήριο έκρινε ότι η βιντεοσκόπηση του υπόπτου ενώ ήταν στο πεζοδρόμιο (public footpath) μπροστά από το σπίτι ήταν ανεπίτρεπτη. Το εθνικό Δικαστήριο παρέπεμψε το θέμα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, το οποίο αποφάσισε ότι η επεξεργασία αυτή δεν ήταν για προσωπική ή οικιακή δραστηριότητα και συνεπώς η τότε Οδηγία τύγχανε εφαρμογής.

To Ευρωπαικό Δικαστήριο ανέφερε μεταξύ άλλών τα εξής

 «  To the extent that video surveillance such as that at issue in the main proceedings covers, even partially, a public space and is accordingly directed outwards from the private setting of the person processing the data in that manner, it cannot be regarded as an activity which is a purely “personal or household” activity for the purposes of the second indent of article 3(2) of Directive 95/46  ….Consequently, the answer to the question referred is that the second indent of article 3(2) of Directive 95/46 must be interpreted as meaning that the operation of a camera system, as a result of which a video recording of people is stored on a continuous recording device such as a hard disk drive, installed by an individual on his family home for the purposes of protecting the property, health and life of the home owners, but which also monitors a public space, does not amount to the processing of data in the course of a purely personal or household activity, for the purposes of that provision»

Σχετική  με την πιο πάνω αρχή είναι και η απόφαση της Επιτρόπου Προστασίας Δεδομένων της Κύπρου, ημερομηνίας 10.3.2016, στην υπόθεση εναντίον της εταιρείας Gluckness (βλέπετε ΑΠΟΦΑΣΗ Επιτρόπου 10.3.2016.pdf (dataprotection.gov.cy)).

Συγκεκριμένα, στις 7.5.2015 ο ιδιοκτήτης της καφετέριας Pieto υπέβαλε παράπονο εναντίον της εταιρείας Gluckness Ltd και του ιδιοκτήτη της που διατηρεί το κοσμηματοπωλείο «Μεταξάς» διότι ο τελευταίος είχε εγκαταστήσει στον εξωτερικό χώρο του κοσμηματοπωλείου του, το οποίο βρίσκεται δίπλα από την καφετέρια, Κλειστό Κύκλωμα Βίντεο-Παρακολούθησης (ΚΚΒΠ) και δύο από τις κάμερες είχαν τοποθετηθεί με τέτοιο τρόπο ώστε να κατοπτεύουν χώρους ελεγχόμενους από την επιχείρησή του παραπονούμενου (ιδιοκτήτη της καφετέριας Pieto) και να καταγράφουν κάθε κίνηση και συμπεριφορά των ιδιοκτητών/προσωπικού, αλλά και των πελατών του, χωρίς τη συγκατάθεσή τους. Η Επίτροπος επισήμανε ότι παρόλο που λόγω της φύσεως του καταστήματός (όπου διακινούνται εμπορεύματα μεγάλης αξίας) του καθ’ου το παράπονο (ιδιοκτήτη του κοσμηματοπωλείου), η εγκατάσταση και λειτουργία ΚΚΒΠ, είναι όχι απλά δικαιολογημένη αλλά απαραίτητη, για αποτροπή κλοπών, διαρρήξεων, εγκληματικών ενεργειών και εν γένει για την ασφάλεια του κτιρίου και την προστασία του προσωπικού και των πελατών, αυτό μπορούσε και θα έπρεπε να επιτευχθεί με την ύπαρξη του ΚΚΒΠ στο εσωτερικό του καταστήματος, στο χώρο του ταμείου και στις εισόδους/εξόδους, χωρίς να επηρεάζει τα παρακείμενα καταστήματα.

Περαιτέρω, τα υποκείμενα δεδομένων θα πρέπει να ενημερώνονται για την χρήση κάμερας και την παρακολούθηση εντός του συγκεκριμένου χώρου. Αυτό καλύπτεται απο την αρχή της διαφάνειας της επεξεργασίας (βλέπετε άρθρο 5). Για αυτό τον λόγο θα πρέπει να τοποθετούνται πινακίδες που να ενημερώνουν το υποκείμενο δεδομένων για την χρήση της κάμερας.

Σημειώνεται όμως ότι  εάν αυτή η παρακολούθηση αφορά οικιακή κάμερα ασφαλείας  στην είσοδο της οικίας εντός του αναγκαίου χώρου, αυτό αποτελεί επεξεργασία αποκλειστικά  για οικιακή δραστηριότητα και δέν εμπίπτει στον Κανονισμό, σύμφωνα με το άρθρο 2 αυτού και άρα οι αρχές της επεξεργασίας που θετει ο Κανονισμός όπως αυτή της ενημέρωσης δέν εφαρμοζονται. (Δέν χρειάζεται δηλαδή να τοποθετηθεί πινακίδα έξω απο την οικία ότι υπάρχει κάμερα). ‘Oταν όμως η παρακολούθηση επεκτεινεται σε δημόσιο χώρο η γειτονικό ιδιωτικό χώρο, τοτε ο Κανονισμός εφαρμοζεται. (βλέπετε πιο πάνω  αναφορά στην υπόθεση Ryneš v Úřad pro ochranu osobních údajů (C-212/13). 

Πέραν των πιο πάνω, σημειώνεται ότι η διατήρηση των δεδομένων αυτών δέν δύναται να είναι απεριόριστη αλλά τα δεδομένα θα πρέπει να διατηρούνται μόνο για το διάστημα που απαιτείται για τους σκοπούς της επεξεργασίας, σύμφωνα με το άρθρο 5.

Το υλικό που αποθηκεύεται στον σκληρό δίσκο της κάμερας θα πρέπει επομένως να διαγράφεται ανα χρονικά διαστήματα που δέν θα δικαιολογούσαν την αναγκαιότητα τους (π.χ ισχυριζόμενο έγκλημα θα είχε ήδη εντοπιστεί στους 6 μήνες)

3. Διενέργεια προηγούμενης εκτίμησης επιπτώσεων (άρθρο  35 του Κανονισμού)

Για σκοπούς διασφάλισης όλων  των πιο πάνω, θα πρέπει πρίν την εγκατάσταση κάμερας να γίνεται  προηγούμενη εκτίμηση των επιπτώσεων στην προστασία των δεδομένων (data privacy impact assessment).

4. Ενημέρωση και διασφάλιση δικαιωμάτων των υποκειμένων δεδομένων.

Τέλος, τα υποκείμενα δεδομένων έχουν δικαιώματα, τα οποία και θα πρέπει να διασφαλίζονται, συμπεριλαμβανομένου του δικαιώματος τους να υποβάλουν αίτημα για πρόσβαση στα δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα  (άρθρο 13).

5.  Ανθρώπινα Δικαιώματα 

Πέραν των πιο πάνω, σημειώνουμε ότι σε σχέση με την βιντεοσκόπηση/παρακολούθηση μέσω κάμερας, πέραν της εφαρμογής του Κανονισμού, το θέμα διέπεται και απο τον Ευρωπαϊκό Χάρτη Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (άρθρο 7-EUR-Lex – 12016P/TXT – EN – EUR-Lex (europa.eu)), την Σύμβαση Ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Ευρώπης (άρθρο 8-Wayback Machine (archive.org)) καθώς και το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας (άρθρο 15-Το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας – ΣΥΝΤΑΓΜΑ (cylaw.org)), διότι η λήψη τέτοιου υλικού συνιστά παραβίαση του δικαιώματος σε σεβασμό της ιδιωτικής ζωής του ατόμου.

Το ανθρώπινο δικαίωμα σε σεβασμό της  ιδιωτικής ζωής είναι ύψιστης σημασίας και δύναται να υπόκειται σε περιορισμούς σε πολύ συγκεκριμένες περιπτώσεις, όπως για την προστασία των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων προσώπων (π.χ την προστασία της ασφάλειας τους), την δημόσια ασφάλεια και την πρόληψη ποινικών παραβάσεων (βλέπετε το άρθρο Workplace monitoring και ανθρώπινο δικαίωμα σεβασμού στην ιδιωτική ζωή και επικοινωνία. – Cyprus Law Notes (wordpress.com))

Σε κάθε περίπτωση θα πρέπει να γίνεται προηγούμενη ανάλυση των επιπτώσεων κινδύνου. Η κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή και πρέπει να εξετάζεται με βάση τα δικά της μοναδικά γεγονότα.

Tα πιο πάνω δέν αποτελούν νομική συμβουλή.

[1] γνωστό ως το υποκείμενο των δεδομένων.