Γονική Άδεια χωρίς απολαβές.

Πέραν της άδειας μητρότητας και της άδειας πατρότητας (βλέπετε σχετικά άρθρα), ο κύπριος νομοθέτης παρέχει στους εργαζόμενους γονείς δικαίωμα σε επιπρόσθετη άδεια για σκοπούς φροντίδας και ανατροφής των παιδιών τους ( η «Γονική Αδεια»). Τονίζεται ότι η Γονική Άδεια είναι άδεια χωρίς απολαβές.

Συγκεκριμένα, το άρθρο 4 του Περί Γονικής Άδειας και Άδειας για Λόγους Aνωτέρας Bίας Nόμου 47(I)/2012, προνοεί τα εξής:

«4.-(1) Kάθε γονέας εργοδοτούμενος δικαιούται να λάβει συνολική γονική άδεια, χωρίς αποδοχές, η διάρκεια της οποίας δύναται να διαρκέσει μέχρι δεκαοκτώ (18) εβδομάδες, λόγω γέννησης ή υιοθεσίας παιδιού, με σκοπό τη φροντίδα και ανατροφή του παιδιού: Νοείται ότι στην περίπτωση χήρου γονέα, η διάρκεια της γονικής άδειας δύναται να διαρκέσει μέχρι είκοσι τρείς (23) εβδομάδες: Nοείται περαιτέρω ότι το πιο πάνω δικαίωμα είναι ατομικό και αμεταβίβαστο, εκτός από τις περιπτώσεις, στις οποίες ο ένας εκ των δύο γονέων έχει λάβει γονική άδεια τουλάχιστον δύο (2) εβδομάδων, οπόταν επιτρέπεται η μεταβίβαση δύο (2) εβδομάδων από το υπόλοιπο της συνολικής του άδειας, στο υπόλοιπο συνολικής άδειας του άλλου εκ των δύο γονέων, τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος άρθρου. (2) (α) Σε περίπτωση ύπαρξης περισσοτέρων του ενός παιδιών, το δικαίωμα των γονέων είναι αυτοτελές για το κάθε ένα από αυτά. (β) Τηρουμένης της επιφύλαξης του εδαφίου (1), σε περιπτώσεις κατά τις οποίες έχουν γεννηθεί πάνω από ένα παιδιά την ίδια μέρα, το δικαίωμα γονικής άδειας είναι δεκαοκτώ (18) εβδομάδες για κάθε παιδί. (3) Aν και οι δύο γονείς απασχολούνται στον ίδιο εργοδότη αποφασίζουν, με κοινή συμφωνία, κάθε φορά, ποιός από τους δύο θα κάνει χρήση αυτού του δικαιώματος και για πόσο χρονικό διάστημα: Νοείται ότι, με τη σύμφωνη γνώμη του εργοδότη, και οι δυο γονείς δύνανται να κάνουν χρήση συγχρόνως του δικαιώματος αυτού[1]

Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Περί Γονικής Άδειας και Άδειας για Λόγους Aνωτέρας Bίας Nόμου 47(I)/2012:

«6. Εργοδοτούμενος, που προτίθεται να ασκήσει το δικαίωμα της γονικής άδειας, υποχρεούται να προειδοποιήσει γραπτώς τον εργοδότη του, τρεις (3) εβδομάδες πριν από την ημερομηνία έναρξης της γονικής άδειας, για την ημερομηνία έναρξης και λήξης της εν λόγω άδειας: Νοείται ότι, στις περιπτώσεις σοβαρής ασθένειας/πάθησης παιδιού, η οποία καθορίζεται στον Πίνακα του παρόντος Νόμου, η προειδοποίηση μειώνεται σε μία (1) εβδομάδα».

Οι δικαιούχοι πρέπει να πληρούν σωρευτικά τα ακόλουθα:

  1. Να είναι εργαζόμενοι φυσικοί γονεις παιδιού/ων μεχρι και 8 ετών ή/και γονείς παιδιού δυνάμει υιοθεσίας μέχρι και 12 ετών ή/και γονείς παιδιών με αναπηρία μέχρι και 18 ετών.
  2. Να έχουν συμπληρώσει συνεχή απασχόληση τουλάχιστον 6 μηνών στον εργοδότη.
  3. Να προειδοποιήσουν γραπτώς τον εργοδότη τους, 3 εβδομάδες πριν από την ημέρα έναρξης της γονικής άδειας, και να αναφέρουν την ημέρα έναρξης και λήξης της. Στις περιπτώσεις σοβαρής ασθένειας/ πάθησης παιδιού, η προειδοποίηση μειώνεται σε 1 εβδομάδα.

Παράδειγμα

Η κυρία Μαρία η οποία έχει μια κόρη 3 ετών και η οποία εργάζεται σε ένα λογιστικό γραφείο εδώ και 4 μήνες υπό δοκιμασία, θέλει να λάβει γονική άδεια χωρίς απολαβές από τον εργοδότη της. Η κυρία Μαρία δεν έχει δικαίωμα σε γονική άδεια εφόσον δεν έχει συμπληρώσει 6 μήνες απασχόλησης στον εργοδότη της.

Διάρκεια Γονικής Άδειας

Το άρθρο 5 του Νόμου Περί Γονικής Άδειας και Άδειας για Λόγους Aνωτέρας Bίας προνοεί τα εξής:

«Η γονική άδεια λαμβάνεται -(α) στην περίπτωση της φυσικής μητέρας, μεταξύ του χρονικού διαστήματος που μεσολαβεί από τη λήξη της άδειας μητρότητας και της συμπλήρωσης του όγδοου (8ου) έτους της ηλικίας του παιδιού, (β) στην περίπτωση του φυσικού πατέρα, μεταξύ του χρονικού διαστήματος που μεσολαβεί από τη γέννηση του παιδιού και της συμπλήρωσης του όγδοου (8ου) έτους της ηλικίας του παιδιού, (γ) στην περίπτωση υιοθεσίας, μεταξύ του χρονικού διαστήματος που μεσολαβεί από τη λήξη της άδειας μητρότητας και για περίοδο οκτώ (8) ετών από την ημερομηνία υιοθεσίας, νοουμένου ότι το παιδί δεν θα υπερβεί μέχρι τότε το δωδέκατο (12ο) έτος της ηλικίας του: Νοείται ότι ο θετός πατέρας δύναται να λαμβάνει την άδεια, αμέσως μετά την υιοθεσία του παιδιού· (δ) στην περίπτωση παιδιού με αναπηρία, μέχρι το δέκατο όγδοο (18ο) έτος της ηλικίας του παιδιού, τηρουμένων των διατάξεων του περί Ατόμων με Αναπηρίες Νόμου. (2) Η γονική άδεια λαμβάνεται με ελάχιστη διάρκεια μιας (1) εβδομάδας και μέγιστη διάρκεια πέντε (5) εβδομάδων, ανά ημερολογιακό έτος, στις περιπτώσεις ενός (1) ή δύο (2) παιδιών, και επτά (7) εβδομάδων για τρία (3)παιδιά και περισσότερα: Νοείται ότι, με τη σύμφωνη γνώμη του εργοδότη, η μέγιστη διάρκεια της άδειας δύναται να υπερβαίνει τα όρια που καθορίζονται στο εδάφιο (2)».

Φυσικοί Γονείς

Μέγιστη συνολική διάρκεια Γονικής Αδειας:

  • Μέχρι 18 εβδομαδες για έκαστο τέκνο μέχρι 8 ετών.
  • Η άδεια αυτή δύναται να ληφθεί οποτεδήποτε μετά την λήξη της άδειας μητρότητας ή για τον πατέρα μετα την γέννηση του παιδιού αλλά πρίν το παιδί να γίνει 8 ετών.
  • Η γονική άδεια μπορεί να λαμβάνεται με ελάχιστη διάρκεια μιας (1) εβδομάδας και μέγιστη διάρκεια πέντε (5) εβδομάδων, ανά ημερολογιακό έτος, στις περιπτώσεις ενός ή δύο παιδιών, ή επτά (7) εβδομάδων για τρία ή περισσότερα παιδιά.

Παράδειγμα

Η κυρία Νίκη και ο άντρας της έχουν ένα παιδί, τον Γιώργο, ο οποίος είναι 2 ετών. Η κυρία Νίκη δέν αιτήθηκε γονική άδεια μέχρι σήμερα. Η κυρία Νίκη επιθυμεί να λάβει άδεια εντός του έτους για την φροντίδα του Γιώργου. Η κυρία Νίκη δέν δικαιούται σε άδεια μικρότερη της 1 εβδομάδας για το ημερολογιακό έτος αλλα ούτε μεγαλύτερης των 5 εβδομάδων για το ημερολογιακό έτος. Μέχρι ο Γιώργος να γίνει 8 ετών η κυρία Νίκη έχει δικαίωμα σε 18 εβδομάδες άδεια, νοουμένου ότι λαμβάνεται με τρόπο που συμβαδίζει με το μέγιστο και ελάχιστο αριθμό εβδομάδων άδειας ανα έτος. (π.χ 5 εβδομάδες κάθε έτος για περίοδο 3 ετών και 3 εβδομάδες στο 4ο έτος).

Μεταβίβαση γονικής άδειας απο τον ένα γονέα στον άλλο.

Στην περίπτωση που ένας γονέας έχει λάβει γονική άδεια τουλάχιστον δύο (2) εβδομάδων, τότε μπορεί να μεταβιβάσει δύο (2) εβδομάδες από το υπόλοιπο της συνολικής του άδειας στο υπόλοιπο της συνολικής άδειας του άλλου γονέα.

Χήροι Γονείς
Στις περιπτώσεις χήρων γονέων η χρονική διάρκεια της άδειας αυξάνεται σε εικοσιτρείς (23) εβδομάδες.

Δύναται ο εργοδότης μου να αρνηθεί το δικαίωμα μου σε γονική άδεια;

Το άρθρο 7 του Περί Γονικής Άδειας και Άδειας για Λόγους Aνωτέρας Bίας Nόμου προνοεί τα εξής:

«O εργοδότης δύναται να αρνηθεί γραπτώς τη χορήγηση γονικής άδειας, εάν έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι ο εργοδοτούμενος δε δικαιούται σε τέτοια άδεια. Προτού αρνηθεί τη χορήγηση γονικής άδειας ο εργοδότης οφείλει να ενημερώσει γραπτώς τον εργοδοτούμενο για την πρόθεσή του να το πράξει και να τον καλέσει να υποβάλει τις παραστάσεις του επί του θέματος εντός επτά (7) ημερών. O εργοδότης υποχρεούται να λάβει υπόψη τις παραστάσεις του εργοδοτουμένου πριν αποφασίσει να αρνηθεί τη χορήγηση της γονικής άδειας. Oι λόγοι της άρνησης πρέπει να είναι αιτιολογημένοι»[2]

Όπως προκύπτει απο το πιο πάνω άρθρο, ο εργοδότης έχει δικαίωμα να αρνηθεί τη χορήγηση γονικής άδειας εάν έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι ο εργαζόμενος δεν δικαιούται τέτοια άδεια.

Τονίζεται όμως ότι θα πρέπει να ενημερώσει γραπτώς τον εργαζόμενο για την πρόθεση του να μην του χορηγήσει άδεια και να καλέσει τον εργαζόμενο να υποβάλει εντός 7 ημερών τους λόγους που πιστεύει ότι δικαιούται την άδεια.

Πριν ο εργοδότης αποφασίσει να αρνηθεί τη χορήγηση της γονικής άδειας, υποχρεούται να λάβει υπόψη τους λόγους για τους οποίους ο εργαζόμενος πιστεύει ότι δικαιούται την άδεια και εάν αρνηθεί θα πρέπει να αιτιολογήσει τους λόγους άρνησής του.

Δικαιούται ο εργοδότης μου να μου τερματίσει την γονική άδεια;

Το άρθρο 9 του Νόμου Περί Γονικής Άδειας και Άδειας για Λόγους Aνωτέρας Bίας προνοεί τα εξής:

«9.-(1) O εργοδοτούμενος υποχρεούται να χρησιμοποιεί τη γονική άδεια με σκοπό τη φροντίδα και ανατροφή του παιδιού για το οποίο λαμβάνεται. (2) O εργοδότης δύναται να τερματίσει τη γονική άδεια, εάν έχει εύλογη αιτία να πιστεύει ότι η γονική άδεια χρησιμοποιείται για σκοπό άλλο από τη φροντίδα και ανατροφή του παιδιού για το οποίο λαμβάνεται.(3) (α) O εργοδότης υποχρεούται, πριν τερματίσει τη γονική άδεια, να ενημερώσει γραπτώς τον εργοδοτούμενο για την πρόθεσή του να το πράξει και να καλέσει τον εργοδοτούμενο να υποβάλει τις παραστάσεις του εντός επτά (7) ημερών. O εργοδότης υποχρεούται να λάβει υπόψη τις παραστάσεις του εργοδοτουμένου πριν αποφασίσει να τερματίσει τη γονική άδεια.(β) Σε περίπτωση που ο εργοδότης αποφασίσει να τερματίσει τη γονική άδεια υποχρεούται να ενημερώσει περί τούτου γραπτώς τον εργοδοτούμενο. H ειδοποίηση αυτή θα πρέπει να αναφέρει τους λόγους και την ημερομηνία του τερματισμού. H ημερομηνία εφαρμογής του τερματισμού της γονικής άδειας είναι τουλάχιστον επτά (7) ημέρες μετά την ημερομηνία της σχετικής ειδοποίησης. (γ) Σε περίπτωση τερματισμού της γονικής άδειας ο εργοδοτούμενος υποχρεούται να επιστρέψει στην εργασία του. Οποιαδήποτε περίοδος μεταξύ της ημερομηνίας επιστροφής του εργοδοτουμένου στην εργασία του και της ημερομηνίας κατά την οποία η γονική άδεια θα έληγε εάν ο εργοδοτούμενος την είχε συμπληρώσει, δε θα υπολογίζεται ως γονική άδεια».[3]

Όπως προκύπτει απο το πιο πάνω άρθρο, ο εργοδότης θα πρέπει εύλογα να πιστεύει ότι η άδεια δέν ασκείται για σκοπούς φροντίδας του παιδιού για το οποίο ζητήθηκε και θα πρέπει να ειδοποιήσει εκ των προτέρων των υπάλληλο ότι προτίθεται να του τερματίσει την άδεια και να τον καλέσει να υποβάλει τις θέσεις του εντός 7 ημερών. Αφού λάβει υπόψιν τις θέσεις του υπαλλήλου, ο εργοδότης αν αποφασίσει τον τερματισμό της άδειας θα πρέπει να στείλει 7ήμερη ειδοποίηση στον υπάλληλο εξηγώντας τους λόγους του τερματισμού της γονικής άδειας.

Τα πιο πάνω δέν αποτελούν νομική συμβουλή.

[1]  Η υπογράμμιση είναι δική μου.

[2]  Η υπογράμμιση είναι δική μου

[3]  Η υπογράμμιση είναι δική μου.

Αδεια και επίδομα πατρότητας.

Για πάρα πολλά χρόνια δέν υπήρχε θεσμοθετημένο δικαίωμα στην κυπριακή νομοθεσία για άδεια πατρότητας. Ωστόσο απο την 1η Αυγούστου του 2017, όπου και τέθηκε σε ισχύ ο περί Προστασίας της Πατρότητας Νόμος 117(I)/2017 (στο εφεξής ο «Νόμος»), οι κύπριοι μισθωτοί οι οποίοι γίνονται πατέρες έχουν δικαίωμα σε άδεια πατρότητας δύο συνεχόμενων εβδομάδων (άρθρο 3 του Νόμου).

Δικαιούχοι:

  1. Μισθωτός του οποίου η σύζυγος εγκυμονεί (Τοκετός Συζύγου).
  2. Μισθωτός του οποίου η σύζυγος απέκτησε παιδί μέσω παρένθετης μητέρας.
  3. Μισθωτός ο οποίος μόνος του συντέλεσε υιοθεσία παιδιού ηλικίας μέχρι δώδεκα (12) ετών, εφόσον έχει γνωστοποιήσει την πρόθεση του για ανάληψη παιδιού στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, με βάση τον περί Υιοθεσίας Νόμο του 1995 ή εφόσον έχει συντελεστεί υιοθεσία με βάση τον περί Σύμβασης για την Προστασία των Παιδιών και για τη Συνεργασία Αναφορικά με Διακρατική Υιοθεσία (Κυρωτικό) Νόμο του 1994.
  4. Μισθωτός ο οποίος μαζί με την σύζυγο του τέλεσε υιοθεσία παιδιού ηλικίας μέχρι δώδεκα (12), εφόσον έχει γνωστοποιήσει την πρόθεση του για ανάληψη παιδιού στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, με βάση τον περί Υιοθεσίας Νόμο του 1995 ή εφόσον έχει συντελεστεί υιοθεσία με βάση τον περί Σύμβασης για την Προστασία των Παιδιών και για τη Συνεργασία Αναφορικά με Διακρατική Υιοθεσία (Κυρωτικό) Νόμο του 1994.

Προυποθέσεις  επιδόματος πατρότητας

  1. Ο μισθωτός να δικαιούται σε άδεια πατρότητας (βλέπετε πιο πάνω).
  2. Ο μισθωτός να προειδοποιήσει γραπτώς τον εργοδότη του ότι προτίθεται να ασκήσει το δικαίωμα του σε άδεια πατρότητας δύο (2) εβδομάδες πριν από την έναρξη της άδειας πατρότητας.
  3. Κατα την περίοδο της άδειας του, ο μισθωτός να μήν λαμβάνει πλήρη μισθό απο τον εργοδότη του.

Άρθρο 29 Α.1 του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010 (59(I)/2010):

«29Α.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ασφαλισμένος σύζυγος του οποίου η σύζυγος γέννησε, ή απέκτησε παιδί μέσω παρένθετης μητρότητας, ή ο ίδιος και η σύζυγος του έχουν συντελέσει  υιοθεσία παιδιού ηλικίας μέχρι 12 ετών, δικαιούται επίδομα πατρότητας εάν ο ίδιος ικανοποιεί τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις»

Άρθρο 29 Α.4 του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010 (59(I)/2010):

«(4) Ο ασφαλισμένος δεν δικαιούται επίδομα για οποιοδήποτε χρονικό διάστημα για το οποίο λαμβάνει πλήρεις απολαβές από τον εργοδότη του και όταν λαμβάνει μόνο μέρος των αποδοχών του, το επίδομα πατρότητας μειώνεται ώστε το άθροισμα του επιδόματος και των αποδοχών που λαμβάνει να μην υπερβαίνει τις πλήρεις απολαβές του»

Άρθρο 30 Α του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010 (59(I)/2010):

«30Α. Ο δικαιούχος επιδόματος πατρότητας εκπίπτει από το δικαίωμα λήψης του επιδόματος για όλη τη χρονική περίοδο που εργάστηκε είτε ως μισθωτός είτε ως αυτοτελώς εργαζόμενος, αν αυτή η χρονική περίοδος εμπίπτει στο χρονικό διάστημα που δικαιούται, σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο, επίδομα πατρότητας».

Περίοδος άδειας Πατρότητας: 2 συνεχόμενες εβδομάδες

  1. Τοκετός: Δύο (2) συνεχόμενες εβδομάδες μέσα στην περίοδο που αρχίζει την εβδομάδα του τοκετού και λήγει μετά την παρέλευση δεκαέξι (16) εβδομάδων. (Δηλαδή στην περίοδο που αρχίζει απο τον τοκετό και λήγει 16 εβδομάδες μετά, ο μισθωτός δικαιούται 2 συνεχόμενες εβδομάδες άδειας).
  1. Πατέρας δυνάμει υιοθεσίας: 2 εβδομάδες κατα την περίοδο των 16 εβδομάδων που ξεκινά αμέσως μετά την ανάληψη φροντίδας παιδιού.

Άρθρο 29 Α.2 του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010 (59(I)/2010)

«(2) Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (3) και (4), επίδομα πατρότητας καταβάλλεται για χρονικό διάστημα δύο (2) συναπτών εβδομάδων εντός του χρονικού διαστήματος που αρχίζει την εβδομάδα γέννησης/υιοθεσίας του παιδιού και λήγει μετά την παρέλευση δεκαέξι (16) εβδομάδων»

Επίδομα πατρότητας

Το επίδομα πατρότητας αντιστοιχεί στο 72% του εβδομαδιαίου μισθού του εργαζομένου και καταβάλλεται για δύο συνεχείς εβδομάδες.

Εάν ο μισθωτός λαμβάνει μόνο μέρος του μισθού του, το επίδομα πατρότητας μειώνεται κατά τέτοιον τρόπο έτσι ώστε το συνολικό ποσό (επίδομα πατρότητας + μισθός) να μην υπερβαίνει το ποσό του μισθού.

πατροτιτασ

Προβλήματα κύησης/πρόωροι τοκετοί

Άρθρο 29 Α. του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010 (59(I)/2010):

«…Νοείται περαιτέρω ότι σε περίπτωση επέκτασης της περιόδου άδειας και του επιδόματος μητρότητας της συζύγου λόγω πολλαπλής κύησης ή/και πρόωρου τοκετού, σύμφωνα με τις διατάξεις της πρώτης επιφύλαξης του εδαφίου (4) και του εδαφίου (7) του Άρθρου 29, οι δύο (2) εβδομάδες επιδόματος πατρότητας δυνατόν να παραχωρηθούν μέσα στο διάστημα που αρχίζει την εβδομάδα του τοκετού και λήγει κατά τη λήξη της περιόδου κατά την οποία η σύζυγος λαμβάνει επίδομα μητρότητας, ή εάν η σύζυγος δεν εξασφαλίζει δικαίωμα για καταβολή επιδόματος μητρότητας, κατά τη λήξη της περιόδου που θα λάμβανε επίδομα εάν εξασφάλιζε δικαίωμα»

Τα πιο πάνω δέν αποτελούν νομική συμβουλή.

Άδεια και επίδομα μητρότητας.

Δικαιούχοι σε άδεια μητρότητας, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Περί της Προστασίας της Μητρότητας Νόμου  100(I)/1997. Α. Φυσικές Μητέρες: μισθωτή η οποία παρουσιάζει πιστοποιητικό εγγεγραμμένου ιατρου με το οποίο αποδεικνύει ότι αναμένει τοκετό εντός συγκεκριμένης χρονικής περιόδου. ««3.(1) Μισθωτή η οποία παρουσιάζει πιστοποιητικό εγγεγραμμένου ιατρού, ότι αναμένει τοκετό σε εβδομάδα που καθορίζεται στο πιστοποιητικό έχει δικαίωμα σε άδεια μητρότητας…» Β. Μητέρες που κάνουν χρήση παρένθετης μητέρας: Mισθωτή  η οποία έκανε χρήση παρένθετης μητέρας, εφόσον παρουσιάσει το σχετικό διάταγμα Δικαστηρίου για απόκτηση παιδιού μέσω παρένθετης μητέρας και την σχετική βεβαίωση του ιατρού της παρένθετης μητέρας για την έναρξη της εγκυμοσύνης. «3…Νοείται ότι μισθωτή η οποία έκανε χρήση παρένθετης μητρότητας για την απόκτηση τέκνου, εφόσον παρουσιάζει διάταγμα δικαστηρίου για απόκτηση παιδιού μέσω παρένθετης μητρότητας, δυνάμει των διατάξεων του περί της Εφαρμογής της Ιατρικώς Υποβοηθούμενης Αναπαραγωγής Νόμου, καθώς και ιατρική βεβαίωση από εγγεγραμμένο ιατρό για την έναρξη της εγκυμοσύνης, δικαιούται σε άδεια μητρότητας δυνάμει των διατάξεων του άρθρου..» Γ. Mητέρα δυνάμει υιοθεσίας: Μισθωτή  η οποία υιοθετεί παιδί μέχρι 12 ετών, εφόσον έχει γνωστοποιήσει την πρόθεση της για ανάληψη παιδιού στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας για σκοπούς υιοθεσίας, με βάση τον περί Υιοθεσίας Νόμο του 1995 ή εφόσον έχει συντελεστεί υιοθεσία με βάση τον περί Σύμβασης για την Προστασία των Παιδιών και για τη Συνεργασία Αναφορικά με Διακρατική Υιοθεσία (Κυρωτικό) Νόμο του 1994 και εφόσον έχει ειδοποιήσει γραπτώς στον εργοδότη της για την πρόθεση της να υιοθετήσει παιδί και την ημερομηνία που θα αναλάβει το παιδί, τουλάχιστον 6 εβδομάδες προηγουμένως: Άρθρο 3(3): «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), η μισθωτή έχει δικαίωμα σε άδεια μητρότητας συνολικής διάρκειας δεκαέξι συναπτών εβδομάδων ευθύς αμέσως μετά την ανάληψη φροντίδας παιδιού, κάτω των δώδεκα ετών, για σκοπούς υιοθεσίας, εφόσον έχει γνωστοποιήσει την πρόθεση της για ανάληψη παιδιού στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, με βάση τον περί Υιοθεσίας Νόμο του 1995 ή εφόσον έχει συντελεστεί υιοθεσία με βάση τον περί Σύμβασης για την Προστασία των Παιδιών και για τη Συνεργασία Αναφορικά με Διακρατική Υιοθεσία (Κυρωτικό) Νόμο του 1994 Το δικαίωμα αυτό παρέχεται στη μισθωτή νοουμένου ότι θα γνωστοποιήσει γραπτώς στον εργοδότη της την πρόθεση της να υιοθετήσει παιδί και την ημερομηνία που θα αναλάβει το παιδί, τουλάχιστον 6 εβδομάδες προηγουμένως: Νοείται ότι, σε περίπτωση που η ειδοποίηση του εργοδότη για την ημερομηνία που θα αναλάβει το παιδί όπως αναφέρεται πιο πάνω είναι πρακτικά αδύνατη, η μισθωτή ενημερώνει τον εργοδότη της το συντομότερο δυνατό και προσκομίζει σχετική βεβαίωση από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ότι, η ενημέρωση δεν μπορούσε να είχε γίνει προηγουμένως 2. Περίοδος άδειας μητρότητας. Α. Φυσική Μητέρα: Συνολική διάρκεια άδειας: 18 συναπτές εβδομάδες, απο τις οποίες οι 11 λαμβάνονται υποχρεωτικά στην περίοδο η οποία αρχίζει 2 εβδομάδες πρίν την εβδομάδα του αναμενόμενου τοκετού. «3Α. (2) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (5) μισθωτή έχει δικαίωμα σε άδεια μητρότητας συνολικής διάρκειας δεκαοκτώ συναπτών εβδομάδων, από τις οποίες οι έντεκα λαμβάνονται υποχρεωτικά στην περίοδο η οποία αρχίζει δύο εβδομάδες πριν από την εβδομάδα του αναμενόμενου τοκετού… (3Α) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των εδαφίων (1), (2) και (3),  σε περίπτωση τοκετού που απολήγει στη γέννηση περισσότερων του ενός τέκνου, το δικαίωμα σε άδεια μητρότητας επεκτείνεται κατά τέσσερις (4) εβδομάδες για κάθε τέκνο πέραν του ενός (1) από τον ίδιο τοκετό». Β. Παρένθετη μητέρα: Συνολική διάρκεια άδειας: 14 συναπτές εβδομάδες, οι οποίες λαμβάνονται υποχρεωτικά από τη δεύτερη εβδομάδα πριν από την εβδομάδα του αναμενόμενου τοκετού. «(2Α) (α) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (2), η παρένθετη μητέρα έχει δικαίωμα σε άδεια μητρότητας συνολικής διάρκειας δεκατεσσάρων (14) συναπτών εβδομάδων, οι οποίες λαμβάνονται υποχρεωτικά από τη δεύτερη εβδομάδα πριν από την εβδομάδα του αναμενόμενου τοκετού..» Γ. Θετή μητέρα: Συνολικής διάρκεια άδειας: 16 συναπτές εβδομάδες ευθύς αμέσως μετά την ανάληψη φροντίδας παιδιού. Άρθρο 3(3): «Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), η μισθωτή έχει δικαίωμα σε άδεια μητρότητας συνολικής διάρκειας δεκαέξι συναπτών εβδομάδων ευθύς αμέσως μετά την ανάληψη φροντίδας παιδιού, κάτω των δώδεκα ετών, για σκοπούς υιοθεσίας, εφόσον έχει γνωστοποιήσει την πρόθεση της για ανάληψη παιδιού στις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας, με βάση τον περί Υιοθεσίας Νόμο του 1995 ή εφόσον έχει συντελεστεί υιοθεσία με βάση τον περί Σύμβασης για την Προστασία των Παιδιών και για τη Συνεργασία Αναφορικά με Διακρατική Υιοθεσία (Κυρωτικό) Νόμο του 1994. Το δικαίωμα αυτό παρέχεται στη μισθωτή νοουμένου ότι θα γνωστοποιήσει γραπτώς στον εργοδότη της την πρόθεση της να υιοθετήσει παιδί και την ημερομηνία που θα αναλάβει το παιδί, τουλάχιστον 6 εβδομάδες προηγουμένως: Νοείται ότι, σε περίπτωση που η ειδοποίηση του εργοδότη για την ημερομηνία που θα αναλάβει το παιδί όπως αναφέρεται πιο πάνω είναι πρακτικά αδύνατη, η μισθωτή ενημερώνει τον εργοδότη της το συντομότερο δυνατό και προσκομίζει σχετική βεβαίωση από τις Υπηρεσίες Κοινωνικής Ευημερίας ότι, η ενημέρωση δεν μπορούσε να είχε γίνει προηγουμένως.» Τι συμβαίνει εάν ο τοκετός λάβει χώρα μετά την εβδομάδα που αναμένετο; Εάν ο τοκετός δέν επεσυμβεί μέσα στην αναμενόμενη εβδομάδα, η περίοδος της άδειας παρατείνεται κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της εβδομάδας του αναμενόμενου τοκετού και της εβδομάδας στην οποία επισυμβαίνει ο τοκετός, χωρίς επηρεασμό της εκτάσεως της περιόδου των οκτώ (8) εβδομάδων οι οποίες λαμβάνονται υποχρεωτικά μετά τον τοκετό. «…(β) Εάν ο τοκετός δεν επισυμβεί μέσα στην εβδομάδα κατά την οποία αναμένεται, η πριν από τον τοκετό περίοδος άδειας μητρότητας παρατείνεται κατά το χρονικό διάστημα που μεσολαβεί μεταξύ της εβδομάδας του αναμενόμενου τοκετού και της εβδομάδας στην οποία επισυμβαίνει ο τοκετός, χωρίς επηρεασμό της εκτάσεως της περιόδου των οκτώ (8) εβδομάδων οι οποίες λαμβάνονται υποχρεωτικά μετά τον τοκετό…» Τι συμβαίνει εάν ο τοκετός λάβει χώρα πρίν την εβδομάδα που αναμένετο; Εάν ο τοκετός πραγματοποιηθεί σε χρόνο προγενέστερο από την αρχικά αναμενόμενη εβδομάδα τοκετού, το υπόλοιπο της άδειας μητρότητας παρέχεται μετά τον τοκετό, ώστε να εξασφαλίζεται χρόνος συνολικής διάρκειας άδειας δεκατεσσάρων (14) εβδομάδων. «…(γ) Εάν ο τοκετός πραγματοποιηθεί σε χρόνο προγενέστερο από την αρχικά αναμενόμενη εβδομάδα τοκετού, το υπόλοιπο της άδειας μητρότητας παρέχεται μετά τον τοκετό, ώστε να εξασφαλίζεται χρόνος συνολικής διάρκειας άδειας δεκατεσσάρων (14) εβδομάδων» Τί συμβαίνει εάν το βρέφος παρουσιάσει προβλήματα μετά τον τοκετό; Παραχωρείται επιπρόσθετη άδεια μητρότητας μίας εβδομάδας για κάθε 21 ημέρες που το βρέφος χρειάστηκε να νοσηλευτεί νοουμένου ότι, η δικαιούχος προσκομίσει πιστοποιητικό από εγγεγραμμένο ιατρό κατάλληλης ειδικότητας, και πιστοποιητικό από το νοσηλευτικό ίδρυμα, στο οποίο νοσηλεύτηκε το βρέφος 3 (5Α) «Σε περίπτωση που, αμέσως μετά τον τοκετό, το βρέφος νοσηλεύεται- (α) σε θερμοκοιτίδα λόγω πρόωρου τοκετού, ή (β) λόγω άλλου προβλήματος υγείας, παραχωρείται επιπρόσθετη άδεια μητρότητας μιας (1) εβδομάδας για κάθε εικοσιμία (21) ημέρες που το βρέφος χρειάστηκε να νοσηλευτεί, νοουμένου ότι, η δικαιούχος προσκομίσει πιστοποιητικό από εγγεγραμμένο ιατρό κατάλληλης ειδικότητας, και πιστοποιητικό από το νοσηλευτικό ίδρυμα, στο οποίο νοσηλεύτηκε το βρέφος: Νοείται ότι, αν η νοσηλεία μετά την πάροδο των πρώτων εικοσιμίας (21) ημερών, διαρκέσει για περίοδο μικρότερη των εικοσιμίας (21) ημερών, τότε όποτε οι ημέρες νοσηλείας υπερβαίνουν το πενήντα τοις εκατό (50%) των εικοσιμίας (21) ημερών, παραχωρείται η επιπρόσθετη εβδομάδα άδειας μητρότητας: Νοείται περαιτέρω ότι, η επέκταση της άδειας μητρότητας παραχωρείται για περίοδο συνεχόμενη με την περίοδο των δεκαοκτώ (18) εβδομάδων, αυξανόμενη κατά τέσσερις (4) εβδομάδες για κάθε τέκνο πέραν του ενός από τον ίδιο τοκετό και δεν υπερβαίνει τη μέγιστη περίοδο των έξι (6) εβδομάδων». Επίδομα Μητρότητας. Σύμφωνα με το άρθρο 3(4)  του του Περί της Προστασίας της Μητρότητας Νόμου του 1997 (100(I)/1997): «Κατά τη διάρκεια της άδειας μητρότητας η μισθωτή λαμβάνει επίδομα μητρότητας στην έκταση και υπό τους όρους και προϋποθέσεις που εκάστοτε προβλέπει ο περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμος». Προυποθέσεις 1.      Η εργοδοτούμενη να δικαιούται σε άδεια μητρότητας (βλέπετε πιο πάνω) 2.      Η εργοδοτούμενη δέν πρέπει κατα την περίοδο αυτή να λαμβάνει μισθό απο τον εργοδότη της. Εάν λαμβάνει μέρος μόνο του μισθού της κατα το διάστημα αυτό, τότε το επίδομα μειώνεται αναλόγως. «(1) Τηρουμένων των διατάξεων του παρόντος Νόμου, γυνή τις δικαιούται εις επίδομα μητρότητος εάν- (α) πιστοποιηθή παρ’ οιουδήποτε ιατρού ότι δέον να αναμένηται ο τοκετός αυτής εν τινι εβδομάδι καθοριζομένη εν τω πιστοποιητικώ (εν τοις εφεξής αναφερομένης ως “η εβδομάς αναμενομένου τοκετού”), εφ’ όσον δεν υπερβαίνει τας οκτώ εβδομάδας από της εβδομάδος καθ’ ην εξεδόθη το πιστοποιητικόν ή είτε η ίδια είτε ο σύζυγος της έχει υιοθετήσει τέκνο μέσα στα δώδεκα πρώτα έτη από τη γέννηση του(β) πληροί τας σχετικάς προϋποθέσεις εισφοράς: Νοείται ότι- (i) γυνή τις δεν δικαιούται εις επίδομα μητρότητος δι’ οιονδήποτε χρονικόν διάστημα καθ’ ο λαμβάνει πλήρεις αποδοχάς παρά του εργοδότου αυτής˙ (ii) οσάκις ο εργοδότης καταβάλλη μέρος μόνον των αποδοχών, το επίδομα μητρότητος μειούται κατά τοσούτον ποσόν ώστε προστιθέμενον εις το καταβαλλόμενον μέρος των αποδοχών να μην υπερβαίνη το πλήρες ποσόν των τοιούτων αποδοχών… (2) Τηρουμένων των εν τοις εφεξής αναφερομένων διατάξεων του παρόντος άρθρου, επίδομα μητρότητος καταβάλλεται διά χρονικόν διάστημα δεκαέξι εβδομάδων, αρχόμενον οιανδήποτε εβδομάδα από της έκτης μέχρι και της δευτέρας εβδομάδος προ της εβδομάδος του αναμενομένου τοκετού: Νοείται ότι- (α) εάν η δικαιουμένη εις επίδομα μητρότητος γυνή αποβιώση, ουδέν επίδομα καταβάλλεται διά το μετά τον θάνατον αυτής χρονικόν διάστημα˙ (β) εάν ο τοκετός επισυμβή μετά την εβδομάδα του αναμενομένου τοκετού, τηρουμένης της προηγουμένης επιφυλάξεως, το χρονικόν διάστημα διά το οποίον καταβάλλεται το επίδομα αυξάνεται κατά τον αριθμόν των εβδομάδων αι οποίαι μεσολαβούν μεταξύ της εβδομάδος του αναμενομένου τοκετού και της εβδομάδος εντός της οποίας επισυνέβη ο τοκετός˙ (γ) Σε περίπτωση που το επίδομα μητρότητας αποκτάται λόγω υιοθεσίας τέκνου το επίδομα καταβάλλεται για δεκατέσσερις εβδομάδες από την εβδομάδα της υιοθεσίας. (3) Οσάκις προκύπτη ζήτημα περί την ορθότητα του πιστοποιητικού δυνάμει του οποίου γυνή τις προβάλλει απαίτησιν δι’ επίδομα μητρότητος ή δικαιούται τούτου, εκτός εάν επισυνέβη ήδη ο τοκετός, αύτη δύναται να κληθή όπως υποβληθή εις ιατρικήν εξέτασιν διά την έκδοσιν νέου πιστοποιητικού, εν η δε περιπτώσει ήθελε προκύψει διαφορά μεταξύ του αρχικού πιστοποιητικού και του νέου τοιούτου, το προς λήψιν επιδόματος μητρότητος δικαίωμα αυτής δύναται να καθορισθή ως εάν το αρχικόν πιστοποιητικόν συμφωνή μετά του νέου τοιούτου. (4) Εάν γυνή τις- (α) έτεκε τέκνον χωρίς προηγουμένως να προβάλη απαίτησιν δι’ επίδομα μητρότητος εν όψει του αναμενομένου τοκετού˙ και (β) ακολούθως προβάλη απαίτησιν δι’ επίδομα μητρότητος λόγω του επισυμβάντος τοκετού, το εις επίδομα μητρότητος δικαίωμα αυτής καθορίζεται ως εάν η εβδομάς του αναμενομένου τοκετού ήτο η εβδομάς καθ’ ην επισυνέβη ο τοκετός». Υψος επιδόματος μητρότητας σύμφωνα με το άρθρο 29 του περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων Νόμου του 2010 (59(I)/2010)
To επίδομα μητρότητας ισούται με το 72% του εβδομαδιαίου μέσου όρου των βασικών ασφαλιστικών αποδοχών των ασφαλισμένων γυναικών κατά το προηγούμενο έτος εισφορών. Το εβδομαδιαίο ποσό του βασικού επιδόματος αυξάνεται εάν η μητέρα έχει προστατευόμενα μέλη.  Τα πιο πάνω δέν αποτελούν νομική συμβουλή.

Workplace monitoring και ανθρώπινο δικαίωμα σεβασμού στην ιδιωτική ζωή και επικοινωνία.

Μία πρακτική που ακολουθούν αρκετές επιχειρήσεις με σκοπό να ελέγχουν τους υπαλλήλους τους και να διασφαλίζουν την μέγιστη αποδοτικότητα τους κατα τις ώρες εργασίας είναι η εγκατάσταση συστημάτων παρακολούθησης, με τα οποία επιτυγχάνουν την παρακολούθηση κλήσεων ή/και ηλεκτρονικής αλληλoγραφίας ή/και χρήσης του διαδικτύου απο τους υπολογιστές των εργοδοτουμένων τους ή/και ακόμη παρακολούθηση των κινήσεων τους μέσω κάμερας.

Το άρθρο 8 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων δικαιωμάτων δημιουργεί υποχρέωση στα κράτη μέλη να διασφαλίζουν το δικαίωμα των πολιτών σε ιδιωτική ζωή και επικοινωνία.

Συγκεκριμένα το άρθρο προνοεί τα εξής:

«1. Παν πρόσωπον δικαιούται εις τον σεβασμόν της ιδιωτικής και οικογενειακής ζωής του, της κατοικίας του και της αλληλογραφίας του. 2. Δεν επιτρέπεται να υπάρξη επέμβασις δημοσίας αρχής εν τη ασκήσει του δικαιώματος τούτου, εκτός εάν η επέμβασις αύτη προβλέπεται υπό του νόμου και αποτελεί μέτρον το οποίον, εις μίαν δημοκρατικήν κοινωνίαν, είναι αναγκαίον δια την εθνικήν ασφάλειαν, την δημοσίαν ασφάλειαν, την οικονομικήν ευημερίαν της χώρας, την προάσπισιν της τάξεως και την πρόληψιν ποινικών παραβάσεων, την προστασίαν της υγείας ή της ηθικής, ή την προστασίαν των δικαιωμάτων και ελευθεριών άλλων»

Σημειώνεται ότι  σύμφωνα με την νομολογία του ΕΔΑΔ το δικαίωμα στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή επεκτείνεται και στις επαγγελματικές και επιχειρηματικές δραστηριότητες.

Στην υπόθεση Copland v United Kingdom (62617/00)  το  ΕΔΑΔ αποφάσισε ότι η παρακολούθηση απο εργοδότη (ιδιωτικό κολλέγιο) του τηλεφώνου, του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και της χρήσης του διαδικτύου του υπαλλήλου του κατα την διάρκεια των ωρών της εργασίας, χωρίς την γνώση του αποτελούσε παραβίαση του δικαιώματος του για σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής και επικοινωνίας, παρά το γεγονός ότι τα δεδομένα που συλλέχθηκαν δέν αποκαλύφθηκαν σε κάποιο τρίτο πρόσωπο και ούτε χρησιμοποιήθηκαν εναντίον του υπαλλήλου σε πειθαρχικές διαδικασίες.

Στην υπόθεση NIEMIETZ v. GERMANY (Application no. 13710/88) λέχθηκαν τα εξής:

There appears, furthermore, to be no reason of principle why this understanding of the notion of “private life” should be taken to exclude activities of a professional or business nature since it is, after all, in the course of their working lives that the majority of people have a significant, if not the greatest, opportunity of developing relationships with the outside world. This view is supported by the fact that, as was rightly pointed out by the Commission, it is not always possible to distinguish clearly which of an individual’s activities form part of his professional or business life and which do not. Thus, especially in the case of a person exercising a liberal profession, his work in that context may form part and parcel of his life to such a degree that it becomes impossible to know in what capacity he is acting at a given moment of time.”

Στην υπόθεση   Huvig v. France (Series A no. 176-B, p. 41, para. 8, and p. 52, para. 25) το Δικαστήριο έκρινε ότι υπήρξε παραβίαση του δικαώματος υπαλλήλου σε σεβασμό της προσωπικής της ζωής λόγω της ηχογράφησης των επαγγελματικών τηλεφωνημάτων της που γίνονταν στα πλαίσια των επιχειρηματικών ή/και εργασιακών της δραστηριοτήτων.

Όταν η παρακολούθηση υπαλλήλου γίνεται από ιδιωτική επιχείρηση (και όχι δημόσια αρχή) τότε τα Δικαστήρια (που αποτελούν δημόσια αρχή) οφείλουν κατά την εξέταση της κάθε περίπτωσης παρακολούθησης να λαμβάνουν υπόψιν τους πιο κάτω παράγοντες ((Bărbulescu v Romania (App No.61496/08 5 September 2017):


Α. Κατά πόσον ο εργοδοτούμενος ειδοποιήθηκε εγκαίρως απο τον εργοδότη για την ενδεχόμενη παρακολούθηση,
Β. Τον βαθμό της παρακολούθησης,
Γ.  Κατά πόσο ο εργοδότης είχε νόμιμους λόγους για την παρακολούθηση του υπαλλήλου (π.χ εύλογες υποψίες για την διάπραξη εγκλήματος στην εργασία ή/και μέσω του εργασιακού υπολογιστή, βλέπετε Libert v. France -Application no. 588/13 και Köpke v. Germany (dec.) – 420/07).
Δ. Κατά πόσο υπήρχαν άλλοι λιγότερο επεμβατικοί στο δικαίωμα τρόποι ελέγχου,
Ε. Τις συνέπειες της παρακολούθησης στον εργοδοτούμενο, και
ΣΤ. Κατά πόσο δόθηκαν στον εργοδοτούμενο τα απαραίτητα προστατευτικά μέσα.

Τονίζεται ότι ακόμη και εάν έχει ληφθεί η συγκατάθεση του εργαζόμενου σε σχέση με την παρακολούθηση αυτή, η συγκατάθεση εργαζομένου δέν θεωρείται πάντα ελεύθερη λόγω των συνεπειών που πιθανόν η άρνηση του να επιφέρει στην εργασία του.

Σε κάθε περίπτωση ο εργοδότης θα πρέπει να επιλέγει τον λιγότερο επεμβατικό στο δικαίωμα της ιδιωτικής ζωής του εργαζομένου τρόπο για να ελέγχει τους υπαλλήλους του. (Bărbulescu v Romania (App No.61496/08 5 September 20172)

Τονίζεται ότι τα πιο πάνω δέν αποτελούν νομική συμβουλή και ότι κάθε περίπτωση θα πρέπει να εξετάζεται σύμφωνα με τα δικά της μοναδικά γεγονότα.

Διαδικασία διαχείρισης περιουσίας αποβιώσαντα που απεβίωσε χωρίς διαθήκη.

H διαδικασία διαχείρισης ακολουθείται σε περίπτωση που αποθανών πρόσωπο που είχε  μόνιμη διαμονή  στην Κύπρο απεβίωσε χωρίς διαθήκη αφήνοντάς περιουσία ή σε περίπτωση που αποθανών πρόσωπο που είχε την μόνιμη διαμονή του σε άλλη χώρα απεβίωσε χωρίς διαθήκη αλλά άφησε ακίνητη ιδιοκτησία στην Κύπρο (σε σχέση με την ακίνητη ιδιοκτησία που βρίσκεται στην Κύπρο).

Με την έκδοση διατάγματος διαχείρισής διορίζεται διαχειριστής με καθήκον να αναλάβει την αποπληρωμή όλων των  υποχρεώσεων και χρεών του αποθανόντα και στην συνέχεια από το υπόλοιπο της περιουσίας να γίνει διανομή στους δικαιούχους.

Σύμφωνα με το άρθρο 42 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων Νόμου ΚΕΦ.189 (στο εφεξής ο «Νόμος»):

« Μετά τηv καταβoλή τωv δαπαvώv κηδείας και τωv δαπαvώv τωv συvαφώv με τηv απoδoχή και τηv άσκηση τoυ λειτoυργήματoς τoυ εκτελεστή ή τoυ διαχειριστή, και μετά τηv καταβoλή της αμoιβής τoυ εκτελεστή ή διαχειριστή, τα vόμιμα χρέη τoυ απoθαvόvτoς εκκαθαρίζovται από τov εκτελεστή ή τo διαχειριστή σύμφωvα με τηv πιo κάτω τάξη πρoτεραιότητας, δηλαδή-(α) oι δαπάvες ιατρικής voσηλείας τoυ απoθαvόvτoς κατά τη διάρκεια της τελευταίας τoυ ασθέvειας και oι oφειλόμεvoι μισθoί τoυ oικιακoύ υπηρετικoύ πρoσωπικoύ αυτoύ, oι oπoίoι δεv υπερβαίvoυv μισθoύς έξι μηvώv. (β) τα χρέη πoυ καλύπτovται με ασφάλεια σύμφωvα με τηv τάξη πρoτεραιότητας τoυς. (γ) oπoιoδήπoτε άλλo χρέoς»

1. Συλλογή πληροφοριών, εγγράφων και οργάνωση.

Προτού γίνουν τα απαραίτητα διαβήματα στο Δικαστήριο είναι απαραίτητο όπως καταγραφούν όλα τα περιουσιακά στοιχεία που άνηκαν στο αποθανών πρόσωπο και όπως ληφθούν όλα τα σχετικά έγγραφα (τίτλοι ιδιοκτησίας κτλ) και τα τυχόν χρέη/υποχρεώσεις του καθώς και όπως καταγραφούν όλοι οι νόμιμοι κληρονόμοι και το μερίδιο που δικαιούνται στην περιουσία του αποβιώσαντος προσώπου.

Περεταίρω, θα πρέπει οι κληρονόμοι να εξασφαλίσουν πιστοποιητικό θανάτου και πιστοποιητικό κληρονόμων απο τον Κοινοτάρχη.

Οι κληρονόμοι θα πρέπει επίσης να αποφασίσουν ποιος θα είναι ο διαχειριστής της περιουσίας του αποβιώσαντος προσώπου.

Το άρθρο 31 των περί Διαχειρίσεως Περιουσιών Αποβιωσάντων Διαδικαστικού Κανονισμού 1/1955 (ο «Κανονισμός») διευκρινίζει την σειρά προτεραιότητας σε σχέση με το δικαίωμα διορισμού ως  διαχείριστή στην περιουσία αποβιώσαντος προσώπου, σε περίπτωση που αυτό απεβίωσε χωρίς διαθήκη. Συγκεκριμένα το άρθρο προνοεί τα εξής:

«The priority of right to a grant of letters of administration where the deceased died wholly intestate shall be as follows:- 1. Husband or wife. 2. Children, or other issue of deceased taking per stirpes. 3. Father or mother. 4. Brothers and sisters of the whole blood, or the issue of deceased brothers and sisters of the whole blood, taking per stirpes. 5. Brothers and sisters- of the half blood, or the issue of deceased brothers and sisters of the half blood, taking per stirpes. 6. Grandparents. 7. Uncles and aunts of the whole blood, or the issue of deceased uncles and aunts of the whole blood, taking per stirpes. 8. Uncles and aunts of the half blood, or the issue of deceased- uncles and aunts of the half blood, taking per stirpes 9. The Crown. 10. Creditors.»

‘Ατομα με προτεραιότητα ως προς τον διορισμό τους ως διαχειριστές δύνανται να παραιτηθούν του δικαιώματος τους, όπου και τα άτομα με κατώτερη σειρά προτεραιότητας θα δύνανται να διοριστούν διαχειριστές. Συγκεκριμένα το άρθρο 33 των Κανονισμών προνοεί τα εξής:

«Unless the Court because of special circumstances otherwise directs, any person having a prior right to a grant shall be preferred unless – (a) he has renounced such right and such renunciation shall be in Form 11 or 12 of Appendix A as the case may be; or (b) he has not, within seven days after service of notice upon him of the application for a grant, entered a caveat; or (c) he is residing outside Cyprus or cannot be found.»

Το άρθρο 6 του Περί Περιουσίας Αποθανόντων Προσώπων (Φορολογικές Διατάξεις) Νόμου του 2000 (78(I)/2000) Νόμου προνοεί τα εξής:

«(1)Για σκοπούς εξακρίβωσης του αντικειμένου των φόρων αποθανόντος προσώπου, οι νόμιμοι αντιπρόσωποι έχουν υποχρέωση για υποβολή στο Διευθυντή εντός έξι μηνών από την ημερομηνία του θανάτου του αποθανόντος, κατάστασης ενεργητικού και παθητικού της προσωπικής ή επαγγελματικής περιουσίας ή και των δύο, είτε στη Δημοκρατία είτε στο εξωτερικό, του αποθανόντος προσώπου και όλων των εξαρτώμενων προσώπων του και του, ή της συζύγου του, εφόσον δεν έχει φορολογητέο εισόδημα κατά την ημερομηνία του θανάτου μαζί με έγκυρο αντίγραφο της διαθήκης του αποθανόντος, αν υπάρχει. (2)Οι νόμιμοι αντιπρόσωποι έχουν υποχρέωση για υποβολή οποιωνδήποτε επιπρόσθετων στοιχείων, λογιστικών βιβλίων, τίτλων ιδιοκτησίας, άλλων εγγράφων ή πληροφοριών τους ζητηθούν από το Διευθυντή εντός καθορισμένης προθεσμίας. (3)Οποιοδήποτε πρόσωπο που κατά τη γνώμη του Διευθυντή, είναι σε θέση να παράσχει πληροφορίες αναφορικά με την οικονομική κατάσταση αποθανόντος προσώπου, έχει υποχρέωση, εντός καθορισμένης προθεσμίας, να παράσχει γραπτώς οποιαδήποτε στοιχεία ο Διευθυντής κρίνει αναγκαία»

2. Καταχώρηση Αίτησης Διαχείρησης.

Αφού εξασφαλιστούν και καταγραφούν όλα πιο πάνω τα στοιχεία και πληροφορίες και αποφασιστεί ποιος θα είναι ο προτιθέμενος διαχειριστής, τότε θα πρέπει να ετοιμαστεί και να καταχωρηθεί στο Δικαστήριο της Επαρχίας όπου ο αποβιώσας/η αποβιώσασα είχε την μόνιμη διαμονή του/της, η αίτηση για διαχείρηση/αίτηση για παραχωρητήριο (Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου: «παραχωρητήριo σημαίvει παραχωρητήριo επικύρωσης διαθήκης ή διαχείρισης»).

Με την πιο πάνω αίτηση, ο προτιθέμενος διαχειριστής αιτείται την παραχώρηση σε αυτόν εγγράφων διαχείρισής.

Στην αίτηση αυτή ο προτιθέμενος διαχειριστής αναφέρει την υπολογιζόμενη αξία της κινητής και ακίνητης περιουσίας του αποβιώσαντος προσώπου καθώς και τα ονόματα και στοιχεία των προσώπων που έχουν δικαίωμα στην περιουσία.
Η αίτηση γίνεται σύμφωνα με την Φόρμα 1 του Παραρτήματος Α του Περί Διαχ. Περιουσιών Αποβιωσάντων Διαδικ. Κανονισμού. Σημειώνεται ότι η αίτηση αυτή συνοδεύεται απο ένορκη δήλωση, η οποία όμως δεν αποτελεί τεκμήριο στην αίτηση.

Σύμφωνα με το άρθρο 9 του Κανονισμού:

«9.-(1) Application for a grant shall be made at the registry of the District Court within the jurisdiction of which the deceased had his fixed place of abode at the time of death, and if the deceased had no such place of residence, the application shall be made to the probate registrar of Nicosia. (2) Such application shall be in writing and signed by the applicant and may be made through an advocate or in person by executors or any other person entitled to a grant and shall be on Form I of Appendix A. (3) The probate registrar shall keep a book in which all applications filed under this rule shall be entered and every application shall be given a serial number».

Ταυτόχρονα, θα πρέπει μαζί με την αίτηση να καταχωρηθούν και τα πιο κάτω έγγραφα τα οποία θα πρέπει να έχουν ήδη εξασφαλιστεί:

Α. Πιστοποιητικό Θανάτου (βλέπετε πιο πάνω)
Β. Πιστοποιητικό κληρονόμων (βλέπετε πιο πάνω)
Γ. Έγγραφη Συγκατάθεση των κληρονόμων για τον διορισμό του Προτεινόμενου Διαχειριστή οι οποίες θα πρέπει να υπογραφούν και να πιστοποιηθούν από πιστοποιών υπάλληλο ή σε αντίθετη περίπτωση να γίνουν ενώπιον του κοινοτάρχη ή ενώπιον δύο μαρτύρων.

Περαιτέρω, θα πρέπει να καταχωρηθεί ταυτόχρονα στο Δικαστήριο ένα έγγραφο Εγγύησης ποσού διπλάσιου της αξίας τη περιουσίας του αποβιώσαντα/της αποβιώσασας το οποίο θα υπογραφεί στο Πρωτοκολλητείο από τον Διαχειριστή και τους εγγυητές του. Σύμφωνα με το άρθρο 22 των Κανονισμών:

«22.-(1) The person to whom administration is granted shall give a bond, with two or more responsible sureties, to the probate registrar for the time being conditioned for duly collecting, getting in, and administering the personal property of the deceased, such sureties to be to the satisfaction of the probate registrar. (2) The probate registrar may, if he thinks fit, take one surety only. (3) The bond shall be in a penalty of double the amount under which the estate of the deceased is sworn, unless the probate registrar in any case thinks it expedient to reduce the amount. (4) The probate registrar may also in any case direct that more bonds than one shall be given, so as to limit the liability of any surety to such amount as the probate registrar thinks reasonable. (5) The bond and the justification for sureties, with such variations as may be necessary, shall be in Forms 7, 8 or 9 of Appendix A».

Μετά την καταχώρηση της αίτησης για παραχώρηση εγγράφων διαχείρισης γίνεται αίτηση στον Έφορο Φορολογίας για έκδοση Πιστοποιητικού, όπως αυτό προνοείται στο άρθρο 7 του περί Περιουσίας Αποθανόντων Προσώπων (Φορολογικές Διατάξεις) Νόμου του 2000 (Ν.78(Ι)/2000). (Αίτηση Φ701-συνήθως γίνεται την ίδια ημέρα).

To άρθρο 7 του νόμου περί Περιουσίας Αποθανόντων Προσώπων (Φορολογικές Διατάξεις) Νόμος του 2000 (78(I)/2000), προνοεί τα εξής:
«7.Η διαθήκη δεν κυρώνεται ούτε έγγραφα διαχειρίσεως χορηγούνται αναφορικά με την περιουσία αποθανόντος προσώπου χωρίς την προηγούμενη κατάθεση στο Δικαστήριο πιστοποιητικού, το οποίο εκδίδεται από το Διευθυντή και στο οποίο δηλώνεται ότι αυτός δε φέρει οποιαδήποτε ένσταση προς τούτο».

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του ιδίου Νόμου:
«Διευθυντής σημαίνει το Διευθυντή του Τμήματος Εσωτερικών Προσόδων του Υπουργείου Οικονομικών, και περιλαμβάνει οποιοδήποτε λειτουργό τον οποίο αυτός εξουσιοδοτεί για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου».
Στην συνέχεια, μόλις εκδοθεί η έγκριση του τμήματος Φορολογίας, αυτή κατατίθεται άμεσα στο Πρωτοκολλητείο.

Σύμφωνα με το άρθρο 12 του Νόμου περί Διαχείρισης Κληρονομιών Αποθανόντων.

«12. Καvέvα παραχωρητήριo δεv εκδίδεται δυvάμει τoυ Νόμoυ αυτoύ μέχρις ότoυ τηρηθoύv oι διατάξεις τoυ άρθρoυ 54 τoυ περί Φoρoλoγίας τωv Κληρovoμιώv Νόμoυ».

Σύμφωνα με το άρθρο 23 του Κανονισμού:

«No probate or letters of administration shall issue until after the lapse of seven days in the case of a will or will annexed, and fourteen days in the case of administration from the filing of the application unless under the direction of the Court».

3. Απογραφή

Μετά την καταχώρηση της αίτησης εάν εκδοθεί διάταγμα διαχείρισής, τότε ο Διαχειριστής θα πρέπει να καταχωρήσει στο Δικαστήριο απογραφή της περιουσίας του αποβιώσαντος προσώπου η οποία θα συνοδεύεται απο ένορκη δήλωση του εντός της προθεσμίας που θα καθορίσει το Δικαστήριο.

Σύμφωνα με το άρθρο 40 του Νόμου:

«40.-(1) Εκτελεστής πoυ επέτυχε επικύρωση διαθήκης ή διαχειριστής πoυ επέτυχε έγγραφo διαχείρισης είτε με επισυvημμέvη διαθήκη είτε με άλλo τρόπo, καταχωρίζει στo δικαστήριo, εvτός τέτoιας πρoθεσμίας ως τo Δικαστήριo ήθελε διατάξει, απoγραφή της κληρovoμιάς. (2) Η απoγραφή συvoδεύεται από έvoρκη δήλωση κατά τov καθoριζόμεvo τύπo».

Στην απογραφή θα πρέπει να δηλώνονται όλα τα κινητά και ακίνητα του αποβιώσαντος προσώπου με την αξία τους καθώς και τα χρέη του. Η απογραφή συνοδεύεται απο ένορκο δήλωση του Διαχειριστή.

4. Λογαριασμοί

Στην συνέχεια, το Δικαστήριο καλεί τον διαχειριστή να υποβάλει λογαριασμούς σε σχέση με τον τρόπο που διαχειρίστηκε την περιουσία. Στους λογαριασμούς αυτούς θα πρέπει να επισυνάπτονται όλες οι σχετικές αποδείξεις.

Εάν η διαχείρισή δεν συμπληρώθηκε τότε θα πρέπει να καταχωρεί εξαμηνιαίους λογαριασμούς εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους η διαχείρισή δεν συμπληρώθηκε.

Το άρθρο 45 του Νόμου προνοεί τα εξής:

“45.-(1) Κάθε πρόσωπo στo oπoίo εκδόθηκε παραχωρητήριo επικύρωσης διαθήκης ή έγγραφo διαχείρισης και κάθε διαχειριστής πoυ διoρίστηκε από τo Δικαστήριo καταχωρίζει στo Δικαστήριo, μέσα σε δύo χρόvια από τηv ημερoμηvία πoυ εκδόθηκε τo παραχωρητήριo ή τo διάταγμα πoυ τov διόρισε, τoυς λoγαριασμoύς της διαχείρισης πoυ διεvεργήθηκε από αυτόv και, αv η διαχείριση δεv έχει συμπληρωθεί, δήλωση πoυ vα εξηγεί τoυς λόγoυς για τoυς oπoίoυς η διαχείριση δεv συμπληρώθηκε και ακoλoύθως και μέχρι τη συμπλήρωση της διαχείρισης, εξαμηvιαίoυς λoγαριασμoύς της διαχείρισης μαζί με τη δήλωση πoυ αvαφέρεται πιo πάvω. (2) Όταv καταχωρίζεται λoγαριασμός στo Δικαστήριo δυvάμει της πρόvoιας αυτής o πρωτoκoλλητής επικύρωσης διαθηκώv εξετάζει λεπτoμερώς τo λoγαριασμό αυτό και αv φαίvεται στov πρωτoκoλλητή επικύρωσης διαθηκώv ότι λόγω αvτικαvovικώv, αvεπιβεβαίωτωv ή αδικαιoλόγητωv καταχωρίσεωv ή κατ’ άλλo τρόπo δεv είvαι πλήρης και καvovικός, o πρωτoκoλλητής επικύρωσης διαθηκώv δύvαται vα δώσει γραπτή ειδoπoίηση στo πρόσωπo πoυ καταχώρισε τo λoγαριασμό για vα διoρθώσει τα τυχόv ελαττώματα εvτός τέτoιας πρoθεσμίας ως o πρωτoκoλλητής επικύρωσης διαθηκώv ήθελε κρίvει εύλoγη για τo σκoπό αυτό και αv τo πρόσωπo πoυ καταχώρισε τov πλημμελή λoγαριασμό παραλείψει vα διoρθώσει τα ελαττώματα αυτά εvτός της εv λόγω πρoθεσμίας θεωρείται ότι παρέλειψε vα καταχωρίσει λoγαριασμό εvτός της έvvoιας τoυ εδαφίoυ (1).(3) Τo Δικαστήριo δύvαται αυτεπάγγελτα vα διoρίσει αρμόδιo πρόσωπo για vα εξετάσει oπoιoυσδήπoτε λoγαριασμoύς πoυ καταχωρίστηκαv δυvάμει τoυ άρθρoυ αυτoύ oι oπoίoι είvαι περίπλoκoι ή oγκώδεις και τo πρόσωπo πoυ διoρίζεται κατά τov πιo πάvω τρόπo δύvαται vα λάβει τέτoια εύλoγη αμoιβή (πληρωτέα από τηv κληρovoμιά) ως τo Δικαστήριo ήθελε διατάξει. Τo πρόσωπo αυτό υπoβάλλει τηv έκθεση τoυ επί τωv λoγαριασμώv στov πρωτoκoλλητή επικύρωσης διαθηκώv εvτός τέτoιας πρoθεσμίας ως τo Δικαστήριo ήθελε διατάξει και o πρωτoκoλλητής επικύρωσης διαθηκώv δύvαται vα πρoβεί σε oπoιαδήπoτε εvέργεια στηv πρoκείμεvη περίπτωση ωσάv vα είχε o ίδιoς εξετάσει λεπτoμερώς τoυς λoγαριασμoύς. (4) Τo Δικαστήριo δύvαται όταv καταδεικvύεται βάσιμoς λόγoς vα συvτμήσει ή παρατείvει τηv πρoθεσμία καταχώρισης τωv λoγαριασμώv πoυ αvαφέρεται πιo πάvω. (5) Οπoιoσδήπoτε εκτελεστής ή διαχειριστής στov oπoίo χoρηγήθηκε παράταση της πρoθεσμίας καταχώρισης τωv λoγαριασμώv πoυ αvαφέρεται πιo πάvω, και o oπoίoς παραλείπει vα καταχωρίσει τoυς λoγαριασμoύς αυτoύς εvτός της πρoθεσμίας πoυ παρατάθηκε, θεωρείται ότι παρέλειψε vα καταχωρίσει λoγαριασμό εvτός της έvvoιας τoυ εδαφίoυ (1). (6) Οπoιoσδήπoτε εκτελεστής ή διαχειριστής, o oπoίoς παραλείπει vα καταχωρίσει τoυς λoγαριασμoύς τoυ σύμφωvα με τις διατάξεις τoυ άρθρoυ αυτoύ υπόκειται σε πρόστιμo πoυ δεv υπερβαίvει τις διακόσιες πεvήvτα λίρες. (7) Ο πρωτoκoλλητής επικύρωσης διαθηκώv έχει καθήκov vα γvωστoπoιεί στo Δικαστήριo τo γεγovός ότι εκτελεστής ή διαχειριστής παρέλειψε vα καταχωρίσει τoυς λoγαριασμoύς τoυ όπως απαιτείται από τo άρθρo αυτό. (8) Οι λoγαριασμoί αυτoί μπoρoύv vα επιθεωρoύvται ατελώς από κάθε πρόσωπo πoυ ικαvoπoιεί τov πρωτoκoλλητή επικύρωσης διαθηκώv ότι έχει συμφέρov στη διαχείριση. (9) Στo άρθρo αυτό η λέξη “λoγαριασμoί” σημαίvει και περιλαμβάvει λoγαριασμό της διαχείρισης, τις συvαφείς με αυτόv απoδείξεις πoυ έχει στα χέρια τoυ o εκτελεστής ή o διαχειριστής, και έvoρκη δήλωση για επαλήθευση.»

Ο διαχειριστής όπως έχουμε αναφέρει και πιο πάνω οφείλει να συλλέξει όλα τα περιουσιακά στοιχεία, να πληρώσει για όλα τα χρέη και υποχρεώσεις του αποβιώσαντα απο την περιουσία αυτή και στην συνέχεια να διανέμει το υπόλοιπο της περιουσίας στους κληρονόμους, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου.

O διαχειριστής δύναται με την έγγραφη συγκατάθεση όλων των κληρονόμων και χωρίς αίτημα στο Δικαστήριο να προβεί στην πώληση ολόκληρης ή μέρους της περιουσίας για να μπορέσει να πληρώσει τυχόν χρέη του αποθανόντα ή/και να διευκολύνει την διανομή της περιουσίας (π.χ πώληση ακινήτου και διανομή των κερδών στους κληρονόμους).

Με την καταχώρηση των τελικών λογαριασμών και την έγκριση τους, η διαχείριση θεωρείται ότι έχει ολοκληρωθεί.

Τα πιο πάνω δέν αποτελούν νομική συμβουλή.

Παραγραφή Αστικού Αδικήματος

Όταν παραγραφεί ενα αδίκημα, αυτό σημαίνει ότι δέν μπορεί πλέον να καταχωρηθεί αγωγή εναντίον του προσώπου που το διέπραξε.

Οι κανόνες παραγραφής ιδιαίτερα όσον αφορά τα αστικά αδικήματα δέν είναι ξεκάθαροι. Παραθέτω πιο κάτω ανάλυση.

Αστικά αδικήματα που διαπράχθησαν πρίν την 1/7/12.

Σύμφωνα με τηνσημείωση 28 του Ν.66(Ι)/2012 ο νόμος Ν.66(I)/2012 θα ισχύει απο την 1/7/2012Ο παρών Νόμος [Σ.Σ.: δηλαδή ο Ν.66(I)/2012] τίθεται σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2012»).

Για τα αστικά αδικήματα που διαπράχθησαν πρίν την 1/7/12, εφαρμόζεται το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, το οποίο θέτει ως γενικό κανόνα ότι αγωγή για αστικό αδίκημα δέν δύναται να ασκηθεί πέραν των 3 ετών απο την  πράξη η παράλειψη που στοιχειοθετεί αστικό αδίκημα.  Όμως, εαv τo αστικό αδίκημα πρoκαλεί ζημιά κατά εξακoλoύθηση από μέρα σε μέρα, τότε η αγωγή πρέπει να ασκηθεί εvτός τριών ετώv από τηv κατάπαυση αυτής.

Επίσης, εάν η βάση της αγωγής δεv πρoκύπτει από τηv τέλεση oπoιασδήπoτε πράξης ή παράλειψης για τέλεση πράξης αλλά από τη ζημιά πoυ απoρρέει από τηv πράξη αυτή ή παράλειψη, τότε η αγωγή θα πρέπει να ασκηθεί εvτός τωv τριών αμέσως επόμεvωv ετώv μετά πoυ o εvάγovτας υπέστη τη ζημιά.

Περεταίρω, εαv τo αστικό αδίκημα δόλια απoκρύφτηκε από τov εvαγόμεvoη αγωγή θα πρέπει να ασκηθεί εvτός τριών ετώv από τηv αvακάλυψη τoυ από τov εvάγovτα, ή από τo χρόvo πoυ θα αvακαλύπτετo από αυτό αv κατέβαλλε εύλoγη φρovτίδα και επιμέλεια:[1]

Αστικά αδικήματα που διαπράχθησαν μετά την 1/7/12.

Σύμφωνα με το άρθρο 29 του Περι Αστικών Αδικημάτων Νόμου (Κεφ. 148) καθώς και το Παράρτημα Ι αυτού, απο την 1/7/12 όπου και τίθεται σε εφαρμογή ο νόμος 66(Ι)/2012, το άρθρο 68 του Περι Αστικών Αδικημάτων Νόμου (που εκτίθεται πιο πάνω παύει να ισχύει).

Σύμφωνα με το άρθρο 6 του Νόμου 66(Ι)/2012 κατα γενικό κανόνα μία αγωγή για αστικό αδίκημα δέν πρέπει να καταχωρείται μετά την πάροδο έξι ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.

Όμως, για συγκεκριμένα αδικήματα ο χρόνος παραγραφής είναι 3 έτη.

Συγκεκριμένα εάν η αξίωση στην αγωγή αφορά αποζημιώσεις για αμέλεια, οχληρία ή παράβαση θέσμιου καθήκοντος, τότε η αγωγή δεν εγείρεται μετά την πάροδο τριών ετών από την ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής, εκτός αν το πρόσωπο που υπέστη την σωματική βλάβη έλαβε γνώση της βλάβης μεταγενέστερα, οπότε ο χρόνος παραγραφής αρχίζει από την ημέρα που έλαβε γνώση.

Επίσης, σε  οποιαδήποτε αγωγή, στην οποία η αξίωση αφορά αποζημιώσεις για πρόκληση σωματικής βλάβης ή και θανάτου ένεκα αστικού αδικήματος, το δικαστήριο έχει διακριτική εξουσία, αφού λάβει υπόψη τους λόγους και το χρόνο καθυστέρησης στην καταχώρηση της αγωγής και την διάρκεια της ανικανότητας του ενάγοντα ή, ανάλογα με την περίπτωση, του αποβιώσαντα, να χειριστεί την υπόθεσή του, τη προσπάθεια του ενάγοντα ή, ανάλογα με την περίπτωση, του αποβιώσαντα για εξασφάλιση των απαραιτήτων σχετικών στοιχείων και τη στάση του εναγομένου σε σχέση με την προσπάθεια αυτή και τις συνέπειες της καθυστέρησης σε σχέση με τη διασφάλιση ή και την αξιοπιστία της μαρτυρίας, να αποφασίσει τη μη εφαρμογή των διατάξεων περί παραγραφής (Νοείται ότι, η πιο πάνω διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου δε θα ασκείται μετά την πάροδο δύο ετών από την ημέρα παραγραφής του δικαιώματος έγερσης αγωγής).

Τέλος, σε περίπτωση που η αγωγή αφορά δυσφήμηση ή κακόπιστη ψευδολογία (malicious falsehood), τότε δεν εγείρεται μετά την πάροδο ενός έτους από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.

Σύμφωνα με το άρθρο 3 του Νόμου Περι Παραγραφής, όπως έχει τροποποιηθεί με τον 207(I)/2015

«Ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να τρέχει όταν συμπληρωθεί η βάση της αγωγής: Νοείται ότι, χωρίς επηρεασμό των διατάξεων των άρθρων 24[2] και 29[3], ο χρόνος παραγραφής αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου 2016».

Σημειώνεται ότι εάν υπάρχει/υφίσταται αγώγιμο δικαίωμα κατα την 1/7/16 (όπου και εφαρμόζεται ο Νομος Περι Παραγραφής)  τότε ο χρόνος παραγραφής προσμετράται όχι από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής αλλά από την 1/1/16.

Αν για παράδειγμα έχεις ένα αστικό αδίκημα που έγινε την 1/8/13 και άρα σύμφωνα με τον προηγούμενο νόμο παραγράφεται σε 3 έτη δλδ 31/7/16, τότε παραγράφεται σε έξι έτη από 1/1/16 δηλαδή 31/12/2021 (νοουμένου ότι δέν εμπίπτει στις εξαιρέσεις όπου η παραγραφή είναι μικρότερη των 6 ετών).

Στην υπόθεση ΡΟΜΠΕΡΤ ν. ΚΑΤΕΛΑΡΗ, Αρ. Αγωγής: 2621/12, 23/11/2018 λέχθηκαν τα εξής:

«Το αγώγιμο δικαίωμα της ενάγουσας θεμελιώθηκε την12.6.2008 ενώ η αγωγή της καταχωρήθηκε την 13/6/2012. Τότε σε ισχύ, ήταν ο προαναφερόμενος Νόμος 110(Ι)/2002, ως είχε πριν την κατάργηση του από τον Περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο του 2012, Ν. 66(I)/2012 που ετέθη σε ισχύ 01/07/2012 . Παρά το ότι το άρθρο 29 του Ν.66(Ι)/2012 καταργεί το άρθρο 68 του Κεφ. 148, εντούτοις, η κατάργηση εφαρμόζεται μόνο σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επεσυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του Ν.66(Ι)/2012, ήτοι κατά ή μετά την 01/07/2012 ( η υπογράμμιση δική μου)»

Στην υπόθεση ΙΑΚΩΒΟΥ ν. CNP ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 2743/2016, 27/7/2018, λέχθηκαν τα εξής:

«Με βάση όμως το Ν.66(Ι)/12, αν και ο χρόνος για την καταχώρηση αγωγής για αποζημιώσεις λόγω αμέλειας, εξακολουθεί να είναι αυτός των τριών ετών από την ημέρα κατά την οποία συμπληρώθηκε η βάση της αγωγής (βλ. αρ. 6(2)), ο νομοθέτης έχει προνοήσει όπως, εξαιρουμένων κάποιων περιπτώσεων που αναφέρονται στο αρ.24 του Νόμου και οι οποίες δεν αφορούν στην παρούσα, ο χρόνος παραγραφής για όλα τα υπόλοιπα αγώγιμα δικαιώματα, αρχίζει να προσμετρείται από την 1η Ιανουαρίου 2016»


[1] «Νoείται ότι αv κατά τo χρόvo πoυ πρoκύπτει πρώτα η βάση της αγωγής, αv o εvάγovτας δεv συμπλήρωσε τo δέκατo όγδoo έτoς της ηλικίας τoυ ή δεv έχει σώες τις φρέvες τoυ ή o εvαγόμεvoς δεv βρίσκεται στη Δημoκρατία, oι τριετείς αυτές πρoθεσμίες δεv αρχίζoυv vα τρέχoυv μέχρις ότoυ o εvάγovτας συμπληρώσει τo δέκατo όγδoo έτoς της ηλικίας τoυ ή παύσει vα μηv έχει σώες τις φρέvες τoυ ή o εvαγόμεvoς επαvέλθει στη Δημoκρατία»

[2] «24. Οι διατάξεις του παρόντος Νόμου δεν επηρεάζουν: (α) τις ειδικές προθεσμίες σε σχέση με αποζημιώσεις δυνάμει του περί Ελαττωματικών Προϊόντων (Αστική Ευθύνη) Νόμου, (β) τις ειδικές προθεσμίες που αναφέρονται στο άρθρο 58 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, (γ) τις ειδικές προθεσμίες που αναφέρονται στο άρθρο 34 του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Περιουσιών Αποθανόντων Νόμου, (δ) τις ειδικές προθεσμίες που αναφέρονται στον περί Πώλησης Ακινήτων (Ειδική Εκτέλεση) Νόμο, (ε) τις ειδικές προθεσμίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε νομική διάταξη, αν:(i) αυτή δεν περιλαμβάνεται στις καταργούμενες από το άρθρο 29 διατάξεις, και (ii) δεν είχε ανασταλεί δυνάμει του περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου,(στ) τις ειδικές προθεσμίες που αναφέρονται στο άρθρο 15 του περί Ρυθμίσεως των Περιουσιακών Σχέσεων των Συζύγων Νόμου»

[3] «29.-(1) Από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου καταργούνται οι νόμοι που αναφέρονται στην πρώτη στήλη του Παραρτήματος και στην έκταση που αναφέρεται στη δεύτερη στήλη του εν λόγω Παραρτήματος.(2) Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 24 του παρόντος Νόμου, ανεξάρτητα από την προβλεπόμενη σε οποιοδήποτε ειδικό νόμο προθεσμία για παραγραφή, σε περίπτωση σύγκρουσης υπερισχύουν οι πρόνοιες του παρόντος Νόμου».

Τα πιο πάνω δέν αποτελούν νομική συμβουλή.

Πρόσβαση πολίτη σε πληροφορίες του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα.

Ο νόμος περί του Δικαιώματος Πρόσβασης σε Πληροφορίες του Δημόσιου Τομέα 184(I)/2017 ( ο «Νόμος») τέθηκε πρόσφατα σε ισχύ (22/12/2020) και αποτελεί ένα πολύ σημαντικό εργαλείο στα χέρια του κύπριου πολίτη, εφόσον στόχο έχει να οδηγήσει τις δημόσιες αρχές (αρχές του δημόσιου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα) της Δημοκρατίας να ενεργούν με διαφάνεια και να λογοδοτούν για τις πράξεις ή/και αποφάσεις ή/και παραλείψεις τους.

Ο Νόμος αποτελεί εναρμόνιση του Κυπριακού Δικαίου με την Ευρωπαϊκή  Οδηγία 2003/98/ΕΚ όπως τροποποιήθηκε με την Οδηγία 2013/37/ΕΚ.

Το άρθρο 3 του Νόμου (184(I)/2017) προνοεί τα εξής:

 «3. (1) Οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει το δικαίωμα να αιτείται πρόσβαση σε πληροφορίες που βρίσκονται στην κατοχή δημόσιας αρχής, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου. (2)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), το καθοριζόμενο σε αυτό δικαίωμα δεν υφίσταται στην περίπτωση που η αίτηση για παροχή πληροφοριών αφορά δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα, είτε ο αιτητής είναι το υποκείμενο των δεδομένων είτε τρίτο πρόσωπο προς αυτά και, στην περίπτωση αυτή, εφαρμόζονται οι διατάξεις του περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμου (3)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (1), το καθοριζόμενο σ’ αυτό δικαίωμα δεν υφίσταται στην περίπτωση που η αποκάλυψη των πληροφοριών, εκτός των πλαισίων του παρόντος Νόμου, από τη δημόσια αρχή η οποία τις κατέχει – (α) Ρυθμίζεται δυνάμει οποιασδήποτε άλλης ειδικής νομοθεσίας περί πρόσβασης σε πληροφορίες, (β) δεν είναι συμβατή με υποχρεώσεις που επιβάλλονται από την Ευρωπαϊκή Ένωση, ή (γ) θα συνιστούσε ή θα τιμωρείτο ως αδίκημα περιφρόνησης δικαστηρίου».

‘Οπως προκύπτει απο το πιο πάνω άρθρο οποιοδήποτε φυσικό ή νομικό πρόσωπο έχει το δικαίωμα να αιτείται πρόσβαση σε πληροφορίες που βρίσκονται στην κατοχή δημόσιας αρχής.

Σε κάθε περίπτωση, το πρώτο θέμα που θα πρέπει να τύχει εξέτασης είναι κατα πόσο τυγχάνει εφαρμογής ο Νόμος.

  1. Εφαρμογή του Νόμου

Τονίζεται ότι ο Νόμος δέν εφαρμόζεται καθολικά αλλά η εφαρμογή του περιορίζεται σε περιπτώσεις όπου δέν εφαρμόζεται ο περί Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (Προστασία του Ατόμου) Νόμος (όπου ισχύουν οι εξαιρέσεις εκείνου του Νόμου- γνωστές ως οι νόμιμες βάσεις επεξεργασίας π.χ νομική υποχρέωση, εκτέλεση σύμβασης, έννομο συμφέρον, συγκατάθεση, άσκηση νομικών αξιώσεων)  και όπου η διανομή αυτων των πληροφοριών δέν διέπεται απο άλλη ειδική νομοθεσία (π.χ Άρθρο 43(6) του Περί Γενικών Αρχών του Διοικητικού Δικαίου Νόμος (Ν.158(Ι)/1999): «Θιγόμενο πρόσωπο από έκδοση διοικητικής πράξης, μπορεί να ζητήσει και να λάβει από το αρμόδιο διοικητικό όργανο στοιχεία από τον σχετικό διοικητικό φάκελο»).

Με άλλα λόγια, εάν αιτηθώ απο μία δημόσια αρχή έγγραφα τα οποία περιέχουν πληροφορίες που αποτελούν προσωπικά δεδομένα (π.χ αιτηθώ πρόσβαση στην αίτηση ενός γείτονα προς την Πολεοδομία για Πολεοδομική άδεια κτλ) τότε δέν εφαρμόζεται αυτή η Νομοθεσία αλλά το κατα πόσο η δημόσια αρχή δικαιούται να παρέχει τις πληροφορίες αυτές εξαρτάται απο την Νομοθεσία Περι Προσωπικών Δεδομένων .

Επίσης, σε περίπτωση που εαν δοθεί πρόσβαση σε συγκεκριμένα δεδομένα τότε αυτό θα αποτελούσε περιφρόνηση του δικαστηρίου ή θα παραβίαζε εθνική νομοθεσία, τότε ο Νόμος δέν εφαρμόζεται και ο πολίτης δέν δύναται να ζητήσει πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές.

Εν συντομία, εάν τα δεδομένα που αιτείται το πρόσωπο (φυσικό ή νομικό) και περιέχονται σε έγγραφα δημόσιου οργανισμού-αρχής[1] εμπίπτουν σε οιαδήποτε απο τις πιο κάτω κατηγορίες, τότε δέν ισχύει ο Νόμος:

Α. είναι προσωπικού χαρακτήρα [2]

Β. Η λήψη τους ρυθμίζεται από άλλη ειδική νομοθεσία,[1]

Γ. η κοινοποίηση τους παραβιάζει ευρωπαϊκή νομοθεσία,

Δ. η πρόσβαση  αποτελεί αδίκημα περιφρόνησης δικαστηρίου

Αφού διαπιστωθεί ότι ο Νόμος τυγχάνει εφαρμογής, τότε το δεύτερο θέμα που θα πρέπει να τύχει εξέτασης είναι κατα πόσο οι πληροφορίες στις οποίες ο πολίτης αιτείται πρόσβαση εμπίπτουν στις εξαιρέσεις του Νόμου και άρα δέν δύναται να τις ζητήσει ή δύναται να τις ζητήσει με την προυπόθεση ότι η πρόσβαση σε αυτές δέν θίγει το δημόσιο συμφέρον.

  • Κατα πόσο οι πληροφορίες εμπίπτουν στις απόλυτες εξαιρέσεις ώστε να μήν επιτρέπεται η πρόσβαση σε αυτές.

Α. Απόλυτες εξαιρέσεις (δέν δίδεται πρόσβαση)

Σύμφωνα με το άρθρο 19 του Νόμου:

« (1) Οι ακόλουθες πληροφορίες εμπίπτουν στις απόλυτες εξαιρέσεις για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου και δεν παρέχονται με οποιοδήποτε τρόπο: (α) Πληροφορίες στις οποίες ο αιτητής έχει πρόσβαση μέσω άλλων μεθόδων, όπως προβλέπεται στο άρθρο 20· (β) πληροφορίες που σχετίζονται με ή παρέχονται από σώματα ασφαλείας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 22·(γ) πληροφορίες που περιλαμβάνονται σε δικαστικά αρχεία, όπως προβλέπεται στο άρθρο 29· (δ) κοινοβουλευτικές πληροφορίες, όπως προβλέπεται στο άρθρο 31· και (ε) πληροφορίες που δόθηκαν υπό τον όρο της εμπιστευτικότητας και εχεμύθειας, όπως προβλέπεται στο άρθρο 34. (2) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, πληροφορίες που δεν εμπίπτουν στις αναφερόμενες στο εδάφιο (1) απόλυτες εξαιρέσεις λογίζεται ότι εμπίπτουν στις μη απόλυτες εξαιρέσεις (3) Σε περίπτωση που οποιαδήποτε προβλεπόμενη στο παρόν Μέρος εξαίρεση ορίζει ότι η υποχρέωση επιβεβαίωσης ή άρνησης κατοχής πληροφοριών δεν υφίσταται σε σχέση με οποιεσδήποτε πληροφορίες, τότε η εν λόγω υποχρέωση δεν τυγχάνει εφαρμογής, νοουμένου ότι – (α) Η εν λόγω εξαίρεση είναι απόλυτη, ή (β) αν η εν λόγω εξαίρεση δεν είναι απόλυτη, το δημόσιο συμφέρον στη μη επιβεβαίωση ή άρνηση κατοχής των ζητούμενων πληροφοριών υπερτερεί του δημόσιου συμφέροντος στο να αποκαλυφθεί η κατοχή ή η μη κατοχή των εν λόγω πληροφοριών. (4) Η προβλεπόμενη στην παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 8 παροχή πληροφοριών δεν τυγχάνει εφαρμογής, νοουμένου ότι – (α) Οι πληροφορίες εξαιρούνται δυνάμει απόλυτης εξαίρεσης, ή (β) αν η εξαίρεση δεν είναι απόλυτη, το δημόσιο συμφέρον στο να διατηρηθεί η εξαίρεση των ζητούμενων πληροφοριών υπερτερεί του δημόσιου συμφέροντος στο να αποκαλυφθούν.»

Όπως προκύπτει απο το πιο πάνω άρθρο η δημόσια αρχή δέν πρέπει να παρέχει πρόσβαση σε πληροφορίες οι οποίες εμπίπτουν στις απόλυτες εξαιρέσεις. Αυτές είναι οι ακόλουθες:

  • Πληροφορίες στις οποίες ο αιτητής έχει πρόσβαση μέσω άλλων μεθόδων[2]
  • Πληροφορίες που σχετίζονται με ή παρέχονται από την Αστυνομία, την Κ.Υ.Π. και την Εθνική Φρουρά
  • Δικαστικά αρχεία
  • Κοινοβουλευτικές πληροφορίες
  • Πληροφορίες που δόθηκαν υπό τον όρο της εμπιστευτικότητας, εχεμύθειας ή επαγγελματικού απορρήτου

 Β. Μή απόλυτες εξαιρέσεις (εάν το δημόσιο συμφέρον στην πρόσβαση υπερτερεί τότε επιτρέπεται η πρόσβαση).

Εάν οι πληροφορίες που ο πολίτης επιθυμεί να λάβει δεν εμπίπτουν στις απόλυτες εξαιρέσεις, τότε το επόμενο ερώτημα που θα πρέπει να τύχει εξέτασης είναι κατά πόσο αυτές εμπίπτουν στις μή απόλυτες εξαιρέσεις.


Σε τέτοια περίπτωση, το κατά πόσο δύναται να δοθεί πρόσβαση στις πληροφορίες εξαρτάται από το εάν το δημόσιο συμφέρον της αποκάλυψης τους υπερτερεί αυτό της εξαίρεσης τους. Αυτές είναι οι ακόλουθες:

  • Πληροφορίες που κατέχει δημόσια αρχή με σκοπό τη δημοσίευσή τους
  • Πληροφορίες που επηρεάζουν την εθνική ασφάλεια
  • Πληροφορίες που η αποκάλυψη τους πιθανόν να επηρεάσει:
  • Άμυνα ή Διεθνείς σχέσεις ή Οικονομία ή Αρμοδιότητες ελέγχου ή Ασφάλεια και υγεία ατόμου
  • Πληροφορίες που αφορούν:
    • Έρευνες και διαδικασίες που διεξάγονται από δημόσιες αρχές
    • Εφαρμογή εκτελεστικών εξουσιών κατοχυρωμένων δια νόμου
    • Διαμόρφωση κυβερνητικής πολιτικής
    • Ασφάλεια και υγεία των πολιτών
  • Πληροφορίες που έχουν αποκτηθεί ή καταγραφεί  για
    • Ανακρίσεις
    • Ποινικές διαδικασίες
    • Αστικές διαδικασίες

Για να δοθεί πληροφορία, η κοινοποίηση της δεν θα πρέπει να θέτει σε κίνδυνο  το δημόσιο συμφέρον, το οποίο υπερτερεί  του ιδιωτικού.

Το άρθρο 7 της νομοθεσίας προβλέπει την κατάρτιση σχεδίου δημοσίευσης για κάθε δημόσια αρχή, το οποίο υποβάλλεται στο Γραφείο  της  Επιτρόπου για έγκριση και δημοσίευση. Από το σχέδιο δημοσίευσης θα ενεργοποιείται, ουσιαστικά, το δικαίωμα πρόσβασης του αιτητή, καθώς εκεί θα φαίνονται οι πληροφορίες που διαθέτει η κάθε Αρχή και το ενδεχόμενο κόστος απόκτησης τους».[3]

Σύμφωνα με το Άρθρο 8 του Νόμου:

«8.(1) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) του άρθρου 9 και των άρθρων 11, 15 και 19, οποιοδήποτε πρόσωπο υποβάλλει γραπτή αίτηση για παροχή πληροφοριών σε δημόσια αρχή, έχει δικαίωμα -(α) Να πληροφορηθεί γραπτώς από τη δημόσια αρχή κατά πόσο η εν λόγω αρχή κατέχει ή όχι τις πληροφορίες που ζήτησε με την αίτησή του· και (β) σε περίπτωση που η δημόσια αρχή κατέχει τις εν λόγω πληροφορίες και αυτές είναι προσβάσιμες, να λάβει τις πληροφορίες αυτές: Νοείται ότι, σε περίπτωση που δημόσια αρχή παρέχει πληροφορίες σε αιτητή, όπως προβλέπεται στις διατάξεις της παραγράφου (β), τότε απαλλάσσεται από την υποχρέωση επιβεβαίωσης ή άρνησης κατοχής πληροφοριών που καθορίζεται στην παράγραφο (α)(2) Οι πληροφορίες για τις οποίες ο αιτητής δικαιούται πληροφόρηση δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1) είναι οι πληροφορίες που κατέχει η δημόσια αρχή κατά το χρόνο που λαμβάνει την αίτηση, λαμβάνοντας υπόψη οποιαδήποτε τροποποίηση ή διαγραφή έχει πραγματοποιηθεί κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ της λήψης της αίτησης και της παροχής των πληροφοριών δυνάμει των διατάξεων της παραγράφου (β) του εδαφίου (1), εφόσον η τροποποίηση ή η διαγραφή αυτή πραγματοποιήθηκε ανεξάρτητα από τη λήψη της αίτησης (3) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, λογίζεται ότι δημόσια αρχή έχει πληροφορίες στην κατοχή της, αν οι πληροφορίες αυτές – (α) Βρίσκονται στην κατοχή της και δεν κατέχονται εκ μέρους τρίτου προσώπου· ή (β) κατέχονται για λογαριασμό της εν λόγω δημόσιας αρχής από τρίτο πρόσωπο.»


Σε περίπτωση απόρριψης της αίτησης, η δημόσια αρχή  κοινοποιεί ειδοποίηση στον αιτητή στην οποία δηλώνεται η απόφαση για απόρριψη της αίτησης, καταγράφεται η εξαίρεση του Νόμου στην οποία στηρίζεται η απόφασή και καταγράφονται οι λόγοι για τους οποίους εφαρμόζεται η εξαίρεση.

Τονίζεται ότι το πιο πάνω άρθρο είναι καθαρά πληροφοριακού χαρακτήρα, δέν αποτελεί νομική συμβουλή και κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται με βάση τα δικά της μοναδικά γεγονότα.


[1]. «Δημόσια αρχή: Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου, στην έννοια του όρου δημόσια αρχή περιλαμβάνονται -(α) Οποιοδήποτε υπουργείο, τμήμα, γραφείο, υπηρεσία, επιτροπή και αρχή του δημόσιου τομέα ή του ευρύτερου δημόσιου τομέα ή οποιοδήποτε άλλο διοικητικό όργανο·(β) η Βουλή των Αντιπροσώπων και η Δικαστική Υπηρεσία·(γ) οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου ή οργανισμός κοινής ωφέλειας που ιδρύθηκε διά νόμου·(δ) οποιαδήποτε αρχή ή οργανισμός τοπικής αυτοδιοίκησης·(ε) οποιοδήποτε συμβούλιο ή αρχή που ιδρύθηκε δια νόμου ή από αρχή τοπικής αυτοδιοίκησης·(στ) οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, το οποίο λειτουργεί υπό τον έλεγχο του κράτους ή είναι ιδιοκτησία του κράτους, όπως καθορίζεται στο άρθρο 5· ή(ζ) οποιοδήποτε σώμα ή κάτοχο αξιώματος που δεν αναφέρεται ήδη πιο πάνω, εφόσον ο διορισμός διενεργείται -(i) από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή το Υπουργικό Συμβούλιο· ή(ii) δυνάμει διατάξεων πρωτογενούς ή δευτερογενούς νομοθεσίας· ή(iii) από οποιοδήποτε υπουργό υπό την ιδιότητα του ως υπουργός:Νοείται ότι όσον αφορά σώμα, το εν λόγω σώμα πρέπει να αποτελείται, εν όλω ή εν μέρει, από πρόσωπα που διορίζονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή το Υπουργικό Συμβούλιο ή οποιοδήποτε υπουργό και όσον αφορά αξίωμα, ο διορισμός στο εν λόγω αξίωμα πραγματοποιείται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ή το Υπουργικό Συμβούλιο ή οποιοδήποτε υπουργό»

[2] Σύμφωνα με τον Νόμο  125(I)/2018 «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» σημαίνει κάθε πληροφορία που αφορά ταυτοποιημένο ή ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο («υποκείμενο των δεδομένων»). Το ταυτοποιήσιμο φυσικό πρόσωπο είναι εκείνο του οποίου η ταυτότητα μπορεί να εξακριβωθεί, άμεσα ή έμμεσα, ιδίως μέσω αναφοράς σε αναγνωριστικό στοιχείο ταυτότητας, όπως όνομα, σε αριθμό ταυτότητας, σε δεδομένα θέσης, σε επιγραμμικό αναγνωριστικό ταυτότητας ή σε έναν ή περισσότερους παράγοντες που προσιδιάζουν στη σωματική, φυσιολογική, γενετική, ψυχολογική, οικονομική, πολιτιστική ή κοινωνική ταυτότητα του εν λόγω φυσικού προσώπου»- το ερώτημα επομένως  είναι κατά πόσο τα έγγραφα που αιτείται περιλαμβάνουν δεδομένα που ταχτοποιούν ή που μπορεί σε συνδυασμό με άλλα δεδομένα να οδηγήσουν στην ταυτοποίηση φυσικών προσώπων εν ζωή και όχι νομικών προσώπων.

[1]

[2] «20. (1) Πληροφορίες στις οποίες ο αιτητής έχει εύλογη πρόσβαση, με τρόπο άλλο από τον προβλεπόμενο στο άρθρο 8, είναι εξαιρούμενες πληροφορίες. (2) Για τους σκοπούς του εδαφίου (1) – (α) Πληροφορίες δύναται να θεωρηθούν ως εύλογα προσβάσιμες στον αιτητή έστω και αν απαιτείται καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού για πρόσβαση σ’ αυτές· και (β) πληροφορίες δύναται να θεωρηθούν ως εύλογα προσβάσιμες στον αιτητή, εάν είναι πληροφορίες για τις οποίες επιβάλλεται δυνάμει νόμου υποχρέωση σε δημόσια αρχή ή σε οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, να τις παρέχει στο κοινό, μετά από αίτηση, με τρόπο άλλο από να τις καθιστά διαθέσιμες για επιθεώρηση, είτε δωρεάν είτε με την καταβολή τέλους: Νοείται ότι, πληροφορίες τις οποίες κατέχει δημόσια αρχή και οι οποίες δεν εμπίπτουν στις διατάξεις της παρούσας παραγράφου, δεν λογίζονται ως εύλογα προσβάσιμες στον αιτητή μόνο εκ του λόγου ότι αυτές είναι διαθέσιμες από τη δημόσια αρχή κατόπιν αιτήματος, εκτός αν οι εν λόγω πληροφορίες καθίστανται διαθέσιμες σύμφωνα με το σχέδιο δημοσίευσης της δημόσιας αρχής και οποιοδήποτε τέλος απαιτείται για πρόσβαση σ’ αυτές είναι καθορισμένο στο εν λόγω σχέδιο ή υπολογίζεται με βάση αυτό».

[3] «7. (1) Κάθε δημόσια αρχή – (α) Υιοθετεί και διατηρεί σχέδιο που αφορά τη δημοσίευση πληροφοριών από την αρχή, εφεξής «σχέδιο δημοσίευσης», αφού προηγουμένως εξασφαλίσει την έγκρισή του από τον Επίτροπο, όπως καθορίζεται στο άρθρο 38· (β) δημοσιεύει πληροφορίες όπως προβλέπεται στο σχέδιο δημοσίευσης που διατηρεί· και (γ) αναθεωρεί το σχέδιο δημοσίευσής της σε τακτά χρονικά διαστήματα. (2) Σε κάθε σχέδιο δημοσίευσης καθορίζονται τα ακόλουθα: (α) Οι κατηγορίες πληροφοριών τις οποίες η δημόσια αρχή δημοσιεύει ή σκοπεύει να δημοσιεύσει· (β) ο τρόπος με τον οποίο οι πληροφορίες της κάθε κατηγορίας πληροφοριών δημοσιεύονται ή σκοπείται να δημοσιευθούν· και (γ) κατά πόσο το υλικό είναι ή σκοπείται να είναι διαθέσιμο στο κοινό δωρεάν ή με την καταβολή τέλους. (3) Κατά την υιοθέτηση σχεδίου δημοσίευσης, η δημόσια αρχή λαμβάνει υπόψη το δημόσιο συμφέρον στην παροχή ή μη πρόσβασης προς το κοινό στις πληροφορίες που αυτή κατέχει και στη δημοσίευση της αιτιολογίας κάθε απόφασής της. (4) Η δημόσια αρχή δημοσιεύει το σχέδιο δημοσίευσής της με οποιοδήποτε τρόπο η ίδια θεωρεί πρέποντα».

Δικαιούχοι σε Επίδομα Ανεργίας

Η παροχή επιδόματος ανεργίας διέπεται απο τις πρόνοιες του Νόμου περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων  59(I)/2010 (στο εφεξής ο «Νόμος») και αρμόδια αρχή για την εξέταση αιτημάτων και παροχή του επιδόματος αυτού είναι το Υπουργείο Εργασίας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων.

Πιο κάτω παραθέτω τα σχετικά άρθρα του Νόμου καθώς και ανάλυση τους. 

Το άρθρο 31 του Νόμου προνοεί μεταξύ άλλων τα εξής:

«(1)…, ασφαλισμένο πρόσωπο δικαιούται … επίδομα ανεργίας για κάθε ημέρα ανεργίας, η οποία αποτελεί μέρος τέτοιας περιόδου, εάν την ημέρα αυτή ικανοποιεί τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις και είναι ηλικίας μεταξύ δεκαέξι (16) και εξήντα πέντε (65) ετών και δεν δικαιούται θεσμοθετημένη σύνταξη: Νοείται ότι, κανένας δεν δικαιούται επίδομα για τις πρώτες τρεις (3) ημέρες της περιόδου διακοπής της απασχόλησής του: Νοείται περαιτέρω ότι – ….και (β) πρόσωπο που ικανοποιεί τις ασφαλιστικές προϋποθέσεις δυνάμει περιόδων ασφάλισης που πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με την παράγραφο (β) του εδαφίου (1) του άρθρου 14, δεν δικαιούται επίδομα ανεργίας για τις πρώτες τριάντα (30) ημέρες της περιόδου διακοπής της απασχόλησής του… (2) Κανένα πρόσωπο, ανεξάρτητα από την ηλικία του, δεν δικαιούται επίδομα ανεργίας, εάν το εν λόγω πρόσωπο αφυπηρέτησε πρόωρα ή υποχρεωτικά, δυνάμει εθίμου, νόμου, συλλογικής συμφωνίας, σύμβασης ή κανόνων εργασίας και, λόγω της αφυπηρέτησής του, λαμβάνει σύνταξη ή και άλλη συνταξιοδοτική παροχή από επαγγελματικό σχέδιο συντάξεων, για την οποία το εν λόγω πρόσωπο δεν έχει καταβάλει οποιαδήποτε εισφορά: Νοείται ότι, κάθε πρόσωπο, το οποίο εμπίπτει στις πρόνοιες της προηγούμενης επιφύλαξης, αποκτά δικαίωμα για επίδομα ανεργίας, εάν μετά την αφυπηρέτησή του, απασχολήθηκε εκ νέου και πληροί τις σχετικές ασφαλιστικές προϋποθέσεις από τη νέα του απασχόληση. (3) Τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (4), ο ανώτατος αριθμός ημερών, για τις οποίες καταβάλλεται επίδομα … ανεργίας σε κάθε περίοδο διακοπής της απασχόλησης, είναι εκατόν πενήντα έξι (156) ημέρες για το καθένα από τα εν λόγω επιδόματα: (4) Για τους σκοπούς του παρόντος Νόμου – (β) ως ημέρα ανεργίας, θεωρείται κάθε ημέρα για την οποία ο αιτητής αποδεικνύει ότι είναι άνεργος, ικανός και διαθέσιμος για εργασία ή ότι είναι άνεργος και τυγχάνει επαγγελματικής εκπαίδευσης με βάση σχέδιο εγκεκριμένο από τον Υπουργό∙…(δ) η Κυριακή και άλλες καθοριζόμενες από το Διευθυντή ημέρες, δεν θεωρούνται ως ημέρες ανικανότητας προς εργασία ή ως ημέρες ανεργίας·(ε) ως ημέρα ανεργίας δεν θεωρείται η ημέρα, κατά την οποία ο αιτητής ασκεί βιοποριστικό επάγγελμα, εκτός από την περίπτωση κατά την οποία – (i) ο αιτητής θα μπορούσε υπό ομαλές συνθήκες να ασκήσει το εν λόγω επάγγελμα, επιπρόσθετα από τη συνήθη εργασία του και εκτός των συνήθων ωρών εργασίας του, και (ii) οι αποδοχές του αιτητή από το εν λόγω επάγγελμα για την ημέρα αυτή δεν υπερβαίνουν καθορισμένο ποσό ή εάν οι αποδοχές του κερδίζονται από εργασία για χρονικό διάστημα πέραν της μιας ημέρας, το ημερήσιο μέσο ποσό των αποδοχών αυτών δεν υπερβαίνει το εν λόγω καθορισμένο ποσό (στ) ημέρα κατά την οποία πρόσωπο βρίσκεται σε διακοπές δεν θεωρείται ημέρα ανεργίας∙ (ζ) κανένας δεν θεωρείται άνεργος για οποιαδήποτε ημέρα- (i) εάν, παρά το γεγονός ότι έχει τερματιστεί ή διακοπεί η απασχόλησή του, αυτός λαμβάνει για την ημέρα αυτή αποδοχές ή άλλη πληρωμή ουσιωδώς ίση με τις αποδοχές που θα λάμβανε για την ημέρα αυτή, εάν δεν τερματιζόταν ή δεν διακοπτόταν η απασχόλησή του, ως αποζημίωση για την απώλεια των αποδοχών αυτών∙ (ii) εάν δεν εργάζεται συνήθως κάθε ημέρα της εβδομάδας με εξαίρεση την Κυριακή ή την καθοριζόμενη στην περίπτωσή του δυνάμει της παραγράφου (δ) ημέρα και κατά τη διάρκεια της εβδομάδας που περιλαμβάνει την εν λόγω ημέρα, απασχολήθηκε στην έκταση που συνήθως απασχολείται∙ (iii) εάν πρόκειται για λιμενεργάτη, εγγεγραμμένο ή μη και κατά τη διάρκεια της εβδομάδας που περιλαμβάνει την εν λόγω ημέρα οι αποδοχές του δεν είναι κατώτερες από καθορισμένο ποσό (5) Ημέρα, αναφορικά με την οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις της παραγράφου (δ) του εδαφίου (3), δεν λαμβάνεται υπόψη κατά τον υπολογισμό οποιασδήποτε περιόδου συναπτών ημερών, για σκοπούς επιδόματος ασθενείας ή ανεργίας… (7) Το επίδομα ανεργίας, που δικαιούται ένα πρόσωπο για κάθε ημέρα ανεργίας, κατά την οποία τυγχάνει επαγγελματικής εκπαίδευσης με βάση σχέδιο εγκεκριμένο από τον Υπουργό, δυνατόν να καταβάλλεται στην αρχή που είναι η αρμόδια αρχή για την εφαρμογή του σχεδίου αυτού»

Το άρθρο 32 του Νόμου προνοεί τα εξής:

«Πρόσωπο που έχει λάβει επίδομα ασθενείας ή ανεργίας για τον ανώτατο αριθμό ημερών που καθορίζεται στο άρθρο 31, ανακτά το δικαίωμά του για λήψη τέτοιου επιδόματος εάν, μετά την εξάντληση του δικαιώματός του, έχει απασχοληθεί … είκοσι έξι (26) εβδομάδες, προκειμένου περί επιδόματος ανεργίας και εφόσον, σ’ οποιαδήποτε των περιπτώσεων, έχει καταβάλει για την εν λόγω περίοδο απασχόλησής του εισφορές αναφορικά με ασφαλιστέες αποδοχές, ίσες τουλάχιστον με το εικοσιεξαπλάσιο του ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών: Νοείται ότι, πρόσωπο που έχει συμπληρώσει την ηλικία των εξήντα (60) ετών και δεν λαμβάνει σύνταξη, ανακτά το δικαίωμά του για επίδομα ανεργίας ως να επρόκειτο για επίδομα ασθενείας [1]και για τους σκοπούς της παρούσας επιφύλαξης – (α) «σύνταξη» σημαίνει σύνταξη αφυπηρέτησης από οποιαδήποτε πηγή, το ύψος της οποίας δεν είναι χαμηλότερο του ετήσιου ποσού των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών, και (β) πρόσωπο που λόγω αφυπηρέτησης, έλαβε εφάπαξ πληρωμή από ταμείο προνοίας ή οποιαδήποτε άλλη διευθέτηση, το ποσό της οποίας δεν ήταν χαμηλότερο του δεκαπλάσιου του ποσού των ετήσιων ασφαλιστέων αποδοχών κατά το χρόνο αφυπηρέτησής του, λογίζεται ότι λαμβάνει σύνταξη.

Σύμφωνα με το άρθρο 34 του Νόμου:

«(1) Πρόσωπο που έχει απολέσει την εργασία του, λόγω στάσης εργασιών οφειλόμενης σε εργατική διαφορά που προέκυψε στον τόπο απασχόλησής του, εκπίπτει από το δικαίωμά του για λήψη επιδόματος ανεργίας, ενόσω διαρκεί η εν λόγω στάση εργασιών, εκτός εάν, κατά τη διάρκειά της, το εν λόγω πρόσωπο εργάστηκε αλλού με καλή πίστη και στο σύνηθες επάγγελμά του ή προσλήφθηκε για τακτική απασχόληση σ’ άλλο επάγγελμα: Νοείται ότι, το παρόν εδάφιο δεν εφαρμόζεται σε σχέση με πρόσωπο, το οποίο αποδεικνύει ότι (α) δεν συμμετέχει ή δεν έχει άμεσο συμφέρον ούτε και ενισχύει οικονομικά την εργατική διαφορά, από την οποία προέκυψε η στάση εργασιών, και (β) δεν ανήκει σε τάξη ή κατηγορία εργαζομένων, μέλη της οποίας, αμέσως πριν από την έναρξη της στάσης εργασιών, εργάζονταν στον τόπο απασχόλησής του, και ορισμένα από αυτά συμμετέχουν, έχουν άμεσο συμφέρον ή ενισχύουν οικονομικά τη στάση εργασιών.(2) Πρόσωπο εκπίπτει από το δικαίωμά του για λήψη επιδόματος ανεργίας για περίοδο μέχρι έξι (6) εβδομάδων, εάν -(α) έχει απολέσει την εργασία του λόγω υπαιτιότητάς του ή την έχει εγκαταλείψει εκούσια, χωρίς εύλογη αιτία, ή (β) παρόλο που του κοινοποιήθηκε από γραφείο ευρέσεως εργασίας ή άλλο αναγνωρισμένο γραφείο ή από ή εκ μέρους εργοδότη, η ύπαρξη κατάλληλης θέσης εργασίας, που κενώθηκε ή θα κενωθεί, αρνείται ή παραλείπει, χωρίς εύλογη αιτία, να υποβάλει αίτηση για τη θέση αυτή ή αρνείται να αποδεχτεί την προσφορά αυτής της θέσης, ή (γ) αμελεί να επωφεληθεί, χωρίς εύλογη αιτία, ευκαιρίας για κατάλληλη απασχόληση, ή (δ) αρνείται ή παραλείπει, χωρίς εύλογη αιτία, να τύχει επαγγελματικής εκπαίδευσης, κατ’ εντολή του Διευθυντή (3) Για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, απασχόληση δεν θεωρείται κατάλληλη για ένα πρόσωπο, εάν αυτή είναι απασχόληση – (α) σε θέση που κενώθηκε λόγω στάσης εργασιών οφειλόμενης σε εργατική διαφορά, ή (β) στο σύνηθες επάγγελμά του, στην περιοχή που τελευταία εργαζόταν συνήθως, είτε έναντι αποδοχών κατώτερων είτε με όρους λιγότερο ευνοϊκούς εκείνων που εύλογα μπορούσε να αναμένει ότι θα απολάμβανε, λαμβανομένων υπόψη των όρων εργασίας που απολάμβανε στο σύνηθες επάγγελμά του στην εν λόγω περιοχή ή που θα απολάμβανε, εάν συνεχιζόταν η απασχόλησή του, ή (γ) στο σύνηθες επάγγελμά του, σ’ οποιαδήποτε άλλη περιοχή, έναντι αποδοχών κατώτερων ή με όρους λιγότερο ευνοϊκούς εκείνων που τηρούνται στην περιοχή αυτή, με βάση συμφωνία μεταξύ των οργανώσεων των εργοδοτών και των μισθωτών ή εάν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, εκείνων που αναγνωρίζουν οι καλοί εργοδότες. (4) Μετά την πάροδο εύλογου, υπό τις περιστάσεις, χρονικού διαστήματος από την ημέρα που ένα πρόσωπο παρέμεινε άνεργο, απασχόληση δεν θεωρείται ακατάλληλη για μόνο το γεγονός ότι είναι εκτός του συνήθους επαγγέλματος του εν λόγω προσώπου, εάν πρόκειται για απασχόληση έναντι αποδοχών όχι κατώτερων και όρων όχι λιγότερο ευνοϊκών εκείνων που γενικά τηρούνται με βάση συμφωνία μεταξύ των οργανώσεων των εργοδοτών και των μισθωτών ή, εάν δεν υπάρχει τέτοια συμφωνία, εκείνων που αναγνωρίζουν γενικά οι καλοί εργοδότες.

Δικαιούχοι και μή δικαιούχοι- Ανάλυση.

1.    Το επίδομα ανεργίας δέν δίδεται σε άτομο που δικαιούται σε θεσμοθετημένη σύνταξη.

Παράδειγμα: Ο Κώστας είναι 67 ετών και επειδή είναι χαμηλοσυνατξιούχος εργάζεται παράνομα. Ο εργοδότης του Κώστα αποφάσισε να τερματίσει την συνεργασία τους. Ο Κώστας δέν δικαιούται να αιτηθεί επίδομα ανεργίας, σύμφωνα με το άρθρο 31.1 του Νόμου.

2.    Το επίδομα ανεργίας δέν δίδεται σε αυτοεργοδοτούμενους.

3. Άτομα τα οποία δέν ήταν ασφαλισμένα για περίοδο άνω των 26 εβδομάδων (6 μηνών), μέχρι την ημερομηνία της ανεργίας, δέν δύναται να αιτηθούν επιδόματος ανεργίας.

Παράδειγμα: Η Μαίρη είναι νεαρή Δικηγόρος και έχει μόλις τελειώσει την πρακτική της άσκηση στο γραφείο Κ, χωρίς μισθό αλλά με την λήψη επιδόματος ασκούμενου δικηγόρου απο το κράτος. Το γραφείο Χ της κάνει πρόταση να εργαστεί ως Δικηγόρος εκεί, με 6 μήνες δοκιμαστική περίοδο. Η Μαίρη δέχεται αλλά κατα την διάρκεια της δοκιμαστικής της περιόδου (probation period) και συγκεκριμένα στον 5ο μήνα την απέλυσαν. Η Μαίρη δέν δικαιούται σε επίδομα ανεργίας.

4. Για να δικαιούται κάποιος σε επίδομα ανεργίας θα πρέπει να έχει καταβληθεί η βασική ασφάλιση  μέχρι την ημερομηνία της ανεργίας όχι μικρότερη από 26 φορές το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών και να έχουν καταβληθεί και/ή συγχωνευθεί ασφάλιση για το σχετικό έτος εισφοράς ίση με τουλάχιστον 20 φορές το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών.

5. Για να δικαιούται ένα πρόσωπο ξανά σε επίδομα ανεργίας (μετά την λήξη του δικαιώματος), πρέπει να έχει καταβάλει εισφορές επί των αποδοχών τουλάχιστον 26 φορές το εβδομαδιαίο ποσό των βασικών ασφαλιστέων αποδοχών από την ημερομηνία λήξης και επίσης πρέπει να έχει παρέλθει μια περίοδος 26 εργάσιμων εβδομάδων από την ημερομηνία της λήξης. Όμως, άτομα ηλικίας άνω των 60 ετών μπορούν να έχουν ξανά το δικαίωμα για το επίδομα ανεργίας σε 13 εβδομάδες αντί για 26 εβδομάδες.

Παράδειγμα: Ο κ. Γιάννης είναι 61 ετών και δέν έχει δικαίωμα σε κάποιο συνταξιοδοτικό σχέδιο. Ο κ. Γιάννης είχε και στο παρελθόν αιτηθεί ανεργιακό και έχει εξαντλήσει την περίοδο των 156 ημερών. Στην συνέχεια εξήυρε εργασία και εργάστηκε για περίοδο 4 μηνών (άνω των 13 εβδομάδων) μέχρι που ξανα έχασε την  δουλειά του και κατέστη άνεργος για 2η φορά. Ο Γιάννης παρόλο που δέν εργάστηκε για 6 μήνες την 2η φορά, δικαιούται σε επίδομα ανεργίας).

6. Ο  ασφαλισμένος πρέπει να είναι ικανός και διαθέσιμος για εργασία και πρέπει να αναφέρεται εβδομαδιαία στο γραφείο ευρέσεως εργασίας.

Παράδειγμα: Ο Γιάννης είναι άεργος εδώ και 7 μήνες- δέν επιθυμεί να εργαστεί. Ο Γιάννης δέν είναι διαθέσιμος για εργασία και άρα δέν δικαιούται σε επίδομα.

7.  Σημειώνεται ότι εάν η ανεργία οφείλεται σε εθελοντική αποχώρηση του εργαζόμενου  ή σε  παράβαση καθήκοντος του ή σε άμεση συμμετοχή σε εμπορική διένεξη, ή σε άρνηση προσφοράς κατάλληλης εργασίας, τότε  μπορεί να αποκλειστεί από το επίδομα ανεργίας έως και έξι εβδομάδες).

Παράδειγμα: Ο Νικόλας έχει αποχωρήσει οικειοθελώς απο την εργασία του. Ο Νικόλας  δέν μπορεί κατα γενικό κανόνα να αιτηθεί αμέσως επίδομα ανεργίας, αλλά εάν μετα την παρέλευση 6 εβδομάδων απο την αποχώρηση του εξακολουθεί να είναι άνεργος, τότε θα δύναται να αιτηθεί  του επιδόματος. (άρθρο 34.2 του Νόμου).

Σημειώνεται όμως ότι σε περίπτωση που κάποιο άτομο έχει για παράδειγμα αποχωρήσει απο την εργασία του διότι εξηύρε εργασία (του έγινε πρόταση εργοδότησης) αλλού αλλά στην συνέχεια η πρόταση που του έγινε απο τον προτιθέμενο εργοδότη ανακλήθηκε (π.χ λόγω απρόβλεπτων καταστάσεων όπως η πανδημία του κορωνοιού), τότε αυτό θα πρέπει να επεξηγηθεί στο τμήμα εφόσον το άτομο δέν κατέστη εθελοντικά άνεργο (ούτε και διέπραξε συμπεριφορά όπως αναφέρεται πιο πάνω).

Το ανεργιακό επίδομα καταβάλεται για μέγιστο χρονικό διάστημα 156 ημερών.

Το βασικό (ελάχιστο) επίδομα είναι 60% επί του μέσου όρου των εβδομαδιαίων βασικών ασφαλιστέων αποδοχών του αφαλισμένου κατα την διάρκεια του τελευταίου έτους.

Το βασικό επίδομα αυξάνεται σε περίπτωση που υπάρχουν προστατευόμενα μέλη (ανώτατος αριθμός προστατευόμενων μελών είναι τα τρία).

Τα πιο πάνω είναι καθαρά πληροφοριακού χαρακτήρα.

Η κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται με βάση τα δικά της μοναδικά γεγονότα.

Σε καμία περίπτωση τα πιο πάνω δέν αποτελούν νομική συμβουλή.


[1]  13 εβδομάδες.

[2] Το ποσό ασφαλιστέων αποδοχών καθορίζεται κάθε έτος και αυξάνεται με διάταγμα του Υπουργικού Συμβουλίου, που δημοσιεύεται στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, σύμφωνα με το ποσοστό αύξησης του μέσου όρου των ασφαλιστέων αποδοχών κατά το προηγούμενο έτος εισφορών σε σύγκριση με το αμέσως προηγούμενο αυτού έτος εισφορών.

Εκφοβισμός στην Εργασία.

Η εργασία μας εκτός από οικονομικούς πόρους θα πρέπει να μας προσφέρει ταυτόχρονα χαρά καθώς και ηθική ικανοποίηση, ούτως ώστε να μπορούμε να είμαστε ψυχικά υγιής, ισορροπημένοι και λειτουργικοί. Δυστυχώς όμως, συμβαίνει πάρα πολύ συχνά άτομα να δέχονται εκφοβισμό στην εργασία τους είτε από προιστάμενο τους είτε απο τον εργοδότη τους, είτε ακόμη και απο άλλους συναδέλφους.

Το γεγονός ότι τα άτομα αυτά έχουν ανάγκη την εργασία τους για σκοπούς επιβίωσης και συντήρησης των ιδίων αλλά και  της οικογένειας τους δυσχεραίνει την κατάσταση τους καθιστώντας τους ανήμπορους να αντιδράσουν, με αποτέλεσμα πολλές φορές να νοιώθουν παγιδευμένοι σε αυτή την κατάσταση.

Νομοθετικό Πλαίσιο

Το θέμα του εργασιακού εκφοβισμού διέπεται απο τον περί Ασφάλειας και Υγείας στην Εργασία του 1996, ώς έχει τροποποιηθεί (ο «Νόμος»). Ο Νόμος είναι πλήρως εναρμονισμένος με την Οδηγία  της Ευρωπαϊκής Κοινότητας 89/391/ΕΟΚ.

Σύμφωνα με το άρθρο 13 του Νόμου κάθε εργοδότης οφείλει να διασφαλίζει την ασφάλεια, την υγεία και την ευημερία στην εργασία όλων των εργοδοτουμένων του (το άρθρο εξαιρεί απο την ευθύνη του εργοδότη συμβάντα που οφείλονται σε απρόβλεπτες συνθήκες  που εκφέυγουν του ελέγχου του εργοδότη και σε έκτακτα γεγονότα οι συνέπειες των οποίων δεν θα μπορούσαν να είχαν αποφευχθεί παρ’ όλη την επιδειχθείσα επιμέλεια αυτού).

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου:

«υγεία σε σχέση με τηv εργασία, υπoδηλώvει όχι μόvo τηv απoυσία ασθέvειας ή αvαπηρίας αλλά περιλαμβάvει και τα φυσικά, πvευματικά και ψυχικά στoιχεία πoυ επηρεάζoυv τηv υγεία και πoυ έχoυv άμεση σχέση με τηv ασφάλεια και τηv υγιειvή κατά τηv εργασία»

Εν όψει των πιο πάνω σημειώνεται ότι ο εργοδότης θα πρέπει να διασφαλίζει ότι δέν υπάρχουν στοιχεία τα οποία θα επηρέαζαν δυσμενώς την ψυχική υγεία των εργαζομένων του, η οποία είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την σωματική τους υγεία.

Το άρθρο 13.2 προβλέπει συγκεκριμένα τα καθήκοντα του εργοδότη.

Σύμφωνα με το άρθρο 53, εάν ο εργοδότης δέν συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις του σύμφωνα με τον νόμο ή τους Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού, είvαι έvoχoς αδικήματoς και υπoκείται σε πρόστιμo πoυ δεv υπερβαίvει τις ογδόντα χιλιάδες ευρώ ή σε φυλάκιση πoυ δεv θα υπερβαίvει τα τέσσερα χρόνια ή και στις δύo αυτές πoιvές.

Σύμφωνα με το άρθρο 53(6) του Νόμου

«Νομικό πρόσωπο είναι υπεύθυνο για τα αδικήματα που προβλέπονται στον παρόντα Νόμο, όταν αυτά διαπράττονται από οποιοδήποτε φυσικό πρόσωπο που ενεργεί είτε ατομικά είτε ως μέλος συλλογικού οργάνου του νομικού προσώπου και το οποίο κατέχει ηγετική θέση στο εν λόγω νομικό πρόσωπο, είτε βάσει εξουσιοδότησης για εκπροσώπηση του νομικού προσώπου, είτε βάσει της εξουσίας λήψης αποφάσεων για λογαριασμό του νομικού προσώπου, είτε βάσει της εξουσίας άσκησης ελέγχου εντός του νομικού προσώπου και σε τέτοια περίπτωση την ευθύνη για τη διάπραξη του εν λόγω αδικήματος φέρει, εκτός από το νομικό πρόσωπο, και το πιο πάνω αναφερόμενο φυσικό πρόσωπο».

Σημειώνεται ότι σε περίπτωση που ο εργαζόμενος υποστεί κάποια βλάβη ή/και ζημιά λόγω του εργασιακού εκφοβισμού, δύναται να ζητήσει αποζημιώσεις απο τον εργοδότη του.

Στην αγγλική υπόθεση Cowley v Mersey Regional Ambulance Service [2001] 6 Q.R. 5 (QBD) το δικαστήριο με γνώμονα την Ευρωπαική Οδηγία  89/391 καθώς και τις αρχές του κοινοδικαίου (common law) κλήθηκε να αποφασίσει σε σχέση με την αξίωση εργαζόμενου για αποζημιώσεις κατά του εργοδότη του λόγω (μεταξύ άλλων) ισχυριζόμενου εκφοβισμού στην εργασία και υπερβολικής πίεσης (work related stress).

Συγκεκριμένα, ο αιτητής είχε υποστεί δύο καταθλιπτικά επεισόδια τα οποία ισχυρίστηκε ότι προκλήθηκαν λόγω της παράβασης απο τον εργοδότη της Ευρωπαϊκής Οδηγίας για την ασφάλεια και υγεία στην εργασία (89/391/EEC).
Ο αιτητής μετά το πρώτο επεισόδιο άρχισε να επισκέπτεται ψυχίατρο, με αποτέλεσμα στην συνέχεια τα εργασιακά του καθήκοντα να μειωθούν.
Το Δικαστήριο έκρινε ότι  παρόλο που ίσως το πρώτο καταθλιπτικό επεισόδιο να μήν  ήταν προβλέψιμο, το δεύτερο ήταν, εφόσον ο εργοδότης είχε λάβει επιστολή του ψυχιάτρου του Αιτητή και στην βάση αυτής μείωσε τις ευθύνες και τα καθήκοντα του.


Το Δικαστήριο επίσης έκρινε ότι ο εργοδότης γνώριζε για τον πιεστικό τρόπο με τον οποίο ο Διευθύνοντας Σύμβουλος αντιμετώπιζε τον Αιτητή και πως αυτό ήταν εύλογο να επηρεάσει τον Αιτητή και ότι ο εργοδότης θα έπρεπε να προβλέψει μετα την επιστροφή του Αιτητή (όπου και ανέλαβε λιγότερα καθήκοντα απο πρίν) ότι η συνεχής πίεση που δεχόταν  θα είχε επιβλαβείς συνέπειες για την ψυχική του υγεία.

Σημειώνεται ότι δυστυχώς μέχρι σήμερα δέν υπάρχει αρκετή κυπριακή νομολογία επι του θέματος. Τονίζεται όμως ότι οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου είναι δεσμευτικές επι των Κυπριακών Δικαστηρίων λόγω της υπεροχής του κοινοτικού δικαιου, ενώ επίσης οι αποφάσεις που αντανακλούν αρχές του κοινοδικαίου είναι μέρος του Κυπριακού δικαίου, σύμφωνα με το άρθρο 29.1.γ του Περι Δικαστηρίων Νόμου 14/1960

Τα πιο πάνω δέν αποτελούν νομική συμβουλή.

Χειραγώγηση Αθλητικού Γεγονότος

Είναι γεγονός ότι στην σημερινή εποχή ο αθλητισμός αποτελεί για πολλούς μία μορφή κερδοφόρας επιχείρησης. Αυτό έχει δυστυχώς οδηγήσει στον λανθασμένο χειρισμό και αντιμετώπιση των αθλητικών αγώνων και σε ανεπίτρεπτες πρακτικές διαφθοράς, χειραγώγησης και στημένων παιχνιδιών, πρακτικές οι οποίες σε καμία περίπτωση δέν αντανακλούν το πνεύμα της αρχής του ευ αγωνίζεσθαι.

Για να αντιληφθούμε τί ακριβώς σημαίνει χειραγώγηση αγώνα, παραθέτω πιο κάτω δύο παραδείγματα.

  1. Σε λίγες μέρες πρόκειται να λάβει χώρα ένας άκρως σημαντικός αγώνας ποδοσφαίρου μεταξύ της κίτρινης και της μπλε ομαδας. Ένα πρόσωπο (ο «Χ») με συμφέρον στην μπλε ομάδα προσφέρει 9 χιλιάδες ευρώ στον τερματοφύλακα της κίτρινης ομάδας (ο «Υ») με αντάλλαγμα ο Υ να αφήσει την μπλέ ομάδα να σκοράρει τουλάχιστον τέσσερα γκόλ.
  2. Σε σχέση με τον ίδιο αγώνα, αυτη την φορά δέν δωροδοκείται παίκτης αλλά ο διαιτητής του αγώνα ώστε να διαιτητεύσει με τέτοιο τρόπο που θα χάσει η Κίτρινη ομάδα.


Νομοθετικό πλαίσιο


Το θέμα της χειραγώγησης αθλητικών δραστηριοτήτων διέπεται τόσο απο Ευρωπαική Σύμβαση (Σύμβαση Μacolin CETS 215) όσο και απο τον κυπριακό νόμο περί της Καταπολέμησης της Χειραγώγησης Αθλητικών Γεγονότων  180(I)/2017 (στο εξής ο «Νόμος»).

Σύμφωνα με το άρθρο 2 του Νόμου:


«χειραγώγηση αθλητικού γεγονότος σημαίνει την σκόπιμη διευθέτηση, πράξη ή παράλειψη, για αντικανονική διαφοροποίηση του αποτελέσματος ή της εξέλιξης ενός αθλητικού γεγονότος ή της διαμόρφωσης ενός μεμονωμένου γεγονότος του αγώνα, κατά τρόπο ώστε να αλλοιώνεται εν μέρει ή εν όλω η απρόβλεπτη φύση του υπό αναφορά γεγονότος, με στόχο την αποκόμιση άδικου πλεονεκτήματος για οικονομικό ή άλλο όφελος, προσωπικό ή προς όφελος τρίτων».


Σύμφωνα με το άρθρο 11 του Νόμου, οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο είτε άμεσα, είτε έμμεσα, είτε αυτοπροσώπως είτε μέσο τρίτου προσώπου αποπειράται να προβεί ή προβαίνει σε χειραγώγηση αθλητικού γεγονότος ή συμβάλλει με οιοδήποτε τρόπο στη διεξαγωγή προσυνεννοημένου αγώνα είναι ένοχος αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα επτά (7) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις διακόσιες χιλιάδες ευρώ (€200.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.


Το δικαστήριο, κατά την επιβολή ποινής, δύναται επιπρόσθετα, σε περίπτωση που πρόσωπο αποκομίσει οποιοδήποτε οικονομικό όφελος ως αποτέλεσμα πράξεων διαφθοράς, να εκδώσει διάταγμα δήμευσης, για την επιστροφή ολοκλήρου του ποσού που βεβαιώνεται ως οικονομικό όφελος.


Πέραν των πιο πιο πάνω, απαγορέυεται και ρητά η δωροδοκία για αλλοίωση αποτελέσματος αθλητικού γεγονότος.


Σύμφωνα με το άρθρο 12, πρόσωπο το οποίο υπόσχεται, προσφέρει ή δίδει σε άλλο πρόσωπο οποιοδήποτε δώρο ή άλλο όφελος χωρίς νομικό έρεισμα, με σκοπό τον επηρεασμό απο τον τελευταίο του τελικού αποτελέσματος ενός αθλητικού γεγονότος είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000) ή και στις δύο (2) αυτές ποινές.

Περαιτέρω, πρόσωπο το οποίο ζητά, αποδέχεται ή λαμβάνει δώρο ή άλλο οικονομικό όφελος, για το οποίο δεν υπάρχει νομικό έρεισμα, με σκοπό τον επηρεασμό, από τον ίδιο ή από τρίτο πρόσωπο, της εξέλιξης ή του τελικού αποτελέσματος ενός αθλητικού γεγονότος, είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα πέντε (5) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εκατό χιλιάδες ευρώ (€100.000) ή και στις δύο (2) αυτές ποινές.


Τα πιο πάνω αδικήματά καθίστανται ιδιαίτερα σοβαρά εάν διαπράχθηκαν από αθλητή ή προπονητή ή διαιτητή ο οποίος δηλώθηκε να αγωνιστεί ή να λάβει μέρος στον εν λόγω αγώνα.

Όπως διαφαίνεται απο τα πιο πάνω, το αδίκημα διαπράττεται καί απο το άτομο που προσφέρει και απο αυτό που ζητέι και απο αυτο που λαμβάνει ενώ η απόπειρα (χωρίς τέλεση της πράξης) επίσης συνιστά αδίκημα.


Τονίζεται ότι τα άτομα τα οποία έλαβαν γνώση τέτοιας παράνομης δραστηριότητας και τα οποία προβαίνουν σε καταγγελία ( γνωστοί ως whistleblowers) προστατεύονται απο τον νόμο.


Σύμφωνα με το άρθρο 20 του Νόμου πρόσωπο το οποίο προβαίνει σε καταγγελία χωρίς προσωπικό όφελος στην Επιτροπή Δεοντολογίας και Προστασίας του Αθλητισμού ή στις οικείες ομοσπονδίες ή διωκτικές αρχές, μεταφέροντας πληροφορίες, καλόπιστα  για την διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων προστατεύεται απο τον Νόμο και οποιαδήποτε λύση της σύμβασης του με ομάδα ή/και σωματείο συνεπεία της δήλώσης του θεωρείται άκυρη.

Τέλος, το άρθρο 16 του Νόμου υποχρεώνει άτομα τα οποία γνωρίζουν για την διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων, να τα αναφέρουν.

«16.-(1) Κάθε αθλητής και κάθε αθλητικός παράγοντας υποχρεούται να καταγγείλει ή να αναφέρει ή να παράσχει οποιαδήποτε πληροφορία ή στοιχεία στην Επιτροπή άμεσα, αναφορικά με πράξεις διαφθοράς στον αθλητισμό, οι οποίες υπέπεσαν στην αντίληψη του ή περιήλθαν καθ’ οποιονδήποτε τρόπο σε γνώση του ή στην κατοχή του. (2) Κάθε πρόσωπο που κατέχει άδεια αποδέκτη ή είναι κάτοχος άδειας εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου, έχει την υποχρέωση της άμεσης ενημέρωσης της Επιτροπής [1]σχετικά με οποιεσδήποτε πληροφορίες ή/και στοιχεία κατέχει, συλλέγει, ή υπέπεσαν στην αντίληψή του ή γνωρίζει με οποιοδήποτε τρόπο, είτε αυτά προκύπτουν πριν την έναρξη, κατά τη διάρκεια ή μετά τη λήξη του αθλητικού αγώνα ή/και διοργάνωσης και αφορούν ύποπτη στοιχηματική δραστηριότητα: Νοείται ότι σε περίπτωση που πρόσωπο παραλείπει να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις που προβλέπονται στις διατάξεις του εδαφίου (2), η Επιτροπή ενημερώνει αμέσως την Εθνική Αρχή Στοιχημάτων η οποία, ανεξαρτήτως τυχόν διάπραξης ποινικού αδικήματος, ενεργεί σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Στοιχήματος Νόμου και σε τέτοια περίπτωση, η τελευταία δύναται, αν το κρίνει σκόπιμο, να ανακαλέσει ή αναστείλει την χορηγηθείσα άδεια. (3) Πρόσωπο το οποίο εν γνώσει του παραλείπει ή συγκαλύπτει ή αποκρύπτει στοιχεία ή πληροφορίες σύμφωνα με τις διατάξεις των εδαφίων (1) ή (2) είναι ένοχο αδικήματος και, σε περίπτωση καταδίκης του, υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τα τρία (3) έτη ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις εβδομήντα πέντε χιλιάδες ευρώ (€75.000) ή και τις δύο (2) αυτές ποινές: Νοείται ότι η υποχρέωση του εδαφίου (1) καλύπτει επίσης και τις περιπτώσεις όπου, η οικεία ομοσπονδία λαμβάνει από την ευρωπαϊκή ή παγκόσμια ομοσπονδία στην οποία υπάγεται, έκθεση για ύπαρξη ύποπτης στοιχηματικής δραστηριότητας ή ύποπτου για χειραγώγηση αγώνα: Νοείται περαιτέρω ότι, η υποχρέωση αναφοράς και παροχής πληροφοριών εκτείνεται σε όλα τα στοιχεία που έλαβε η εν λόγω ομοσπονδία τα οποία πρέπει να παραδίδονται αυτούσια μαζί με συνοπτική έκθεση από την οικεία ομοσπονδία στην Επιτροπή»

Παράδειγμα

Εάν ο Υ ο οποίος δωροδοκήθηκε (αλλά δέν αποδέχθηκε την δωροδοκία) να αφήσει την μπλέ ομάδα να κερδίσει στην συνέχεια καταγγέλλει τον Χ για απόπειρα δωροδοκίας στην Επιτροπή Δεοντολογίας, τότε εάν το σωματείο του λύσει την σύμβαση του εξαιτίας αυτής της καταγγελίας, δυνάμει του άρθρου 20 η λύση αυτή είναι παράνομη και ο Υ θα τυγχάνει της προστασίας του Δικαστηρίου.

Το πιο πάνω άρθρο είναι καθαρά πληροφοριακού χαρακτήρα και δέν αποτελεί νομικη συμβουλή.


[1]  Σύμφωνα με το άρθρο 4 του Νόμου:

«Συστήνεται πενταμελής Επιτροπή Δεοντολογίας και Προστασίας του Αθλητισμού (στο εξής «Επιτροπή»), η οποία απαρτίζεται από Πρόεδρο, Αντιπρόεδρο και τρία (3) άλλα μέλη που διορίζονται από το Υπουργικό Συμβούλιο, μετά από διαβούλευση με τον Κ.Ο.Α..»